του ΒΑΣΙΛΗ  ΤΡΑΪΑΝΟΠΟΥΛΟY*

ΖΗΜΙΑ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΕΡΓΑΣΙΑΣ , ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΒΑΡΥΝΕΙ ΤΟΝ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟ;

Από το άρθρο 10 παρ.2 της Δ.Σ.Ε 95/1949 που κυρώθηκε από τη χώρα μας με τον Ν.3248/1955 και το άρθρο 664 Α.Κ προκύπτει ότι ο εργοδότης δεν δύναται να συμψηφίσει με τον οφειλόμενο μισθό τυχόν απαίτησή του κατά του εργαζόμενου, που προέκυψε κατά την εκτέλεση της εργασίας του(όχι από δόλο).

Είναι γενικά παραδεκτό ότι υπάρχουν εργασίες που χαρακτηρίζονται από αυξημένη ροπή για πρόκληση ζημίας και υιοθετείται η γενική αναγνώριση για αυξημένη ανάγκη προστασίας του μισθωτού που παρέχει μία επιρρεπή σε ζημία εργασία. Για παράδειγμα τα τρόφιμα που αποτελούν τα εμπορεύματα για μία εμπορική επιχείρηση, έχουν ημερομηνία λήξης. Είναι προφανές ότι δεν ευθύνεται ο εργαζόμενος εάν δεν πωληθούν όλα αυτά τα εμπορεύματα μέχρι την ημερομηνία λήξης τους, ώστε να μην επιβαρυνθεί η επιχείρηση με το κόστος τους.

Η οικονομική δραστηριότητα που σκοπό έχει την επίτευξη κέρδους, διακρίνεται από τον επιχειρηματικό κίνδυνο που αναλαμβάνει ο εργοδότης, ιδίως όταν αυτός μετέρχεται εργασία επιρρεπή σε ζημίες. Πράγματι ο εργαζόμενος, όπως κάθε οφειλέτης, έχει την υποχρέωση να εκτελέσει την εργασία του με επιμέλεια. Ο βαθμός της επιμέλειας κρίνεται με βάση τη σύμβαση, εν όψει των ειδικών γνώσεων που απαιτούνται για την εργασία, καθώς και των ικανοτήτων ή των ιδιοτήτων του εργαζομένου, τις οποίες ο εργοδότης γνωρίζει ή οφείλει να γνωρίζει.

Σε περίπτωση παραβίασης της επιμέλειας αυτής, ο εργαζόμενος ευθύνεται για τη ζημία που προκαλείται στον εργοδότη (ΑΚ 652). Και όπως σε κάθε περίπτωση ζημίας, δύναται να επιδιώξει την απαλλαγή του ή τον περιορισμό της έκτασης της αποζημίωσης, στο μέτρο που ο εργοδότης συντέλεσε από δικό του πταίσμα στην επέλευση της ζημίας ή στην έκτασή της (ΑΚ 300). Εν τούτοις, η λειτουργία μιας σύμβασης εργασίας εμφανίζει ιδιαιτερότητες, σε σύγκριση με συμβάσεις άλλου είδους. Η παροχή, την οποία ο εργαζόμενος οφείλει από τη σύμβαση, συνίσταται στην εργασία αυτή καθεαυτή και όχι σε συγκεκριμένο αποτέλεσμα. Ο εργοδότης, αντιστοίχως, με την αντιπαροχή του αμείβει την εργασία και όχι την ανάληψη κινδύνων. Ο μισθός, που λαμβάνει ο εργαζόμενος, δεν αντισταθμίζει τους κινδύνους ζημιών, στους οποίους αυτός εκτίθεται κατά την εκτέλεση της εργασίας του, μέσα σε συνθήκες ή καταστάσεις πίεσης, τις οποίες, αποκλειστικά, διαμορφώνει και επηρεάζει ο εργοδότης. Ακόμη και για τον πιο επιμελή και ευσυνείδητο εργαζόμενο, εν όψει της φύσεως της παροχής του, ενδέχεται να καταστεί αναπόφευκτη μία στιγμιαία χαλάρωση της προσοχής, με εντελώς δυσανάλογες συνέπειες(διαχειριστικό λάθος, ζημία σε εύθραυστα προϊόντα κ.α). Σε μια τέτοια περίπτωση, η υποχρέωση για πλήρη αποκατάσταση της ζημίας δεν μπορεί να βρίσκεται σε εύλογη σχέση ούτε με το μισθό, τον οποίο λαμβάνει ο εργαζόμενος ούτε με τους κινδύνους, στους οποίους εκτίθεται κατά την παροχή της εργασίας του.

Ο εργοδότης, ο οποίος αποκομίζει το όφελος από την παροχή εργασίας, οφείλει να φέρει και τους συναφείς με αυτήν κινδύνους, αναλαμβάνοντας τον επιχειρηματικό κίνδυνο της οικονομικής δραστηριότητας (άρθρο 332 Α.Κ). Κατά συνέπεια η ζημία που επέρχεται κατά την εκτέλεση της εργασίας που έχει ανατεθεί στον εργαζόμενο και βρίσκεται σε συνάφεια με αυτή (ενώ ταυτόχρονα ο εργαζόμενος δεν βαρύνεται με δόλο), δεν μπορεί να αναλαμβάνεται από τον εργαζόμενο με την μορφή της οποιαδήποτε περικοπής του μισθού του.

*ΒΑΣΙΛΗΣ ΤΡΑΪΑΝΟΠΟΥΛΟΣ-ΓΕΝ. ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΤΗΣ ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑΣ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΣ ΕΠΙΘΕΩΡΗΤΩΝ ΕΡΓΑΣΙΑΣ