Σε πολλούς φορολογικούς ελέγχους φυσικών προσώπων, η ελεγκτική αρχή επιβάλλει υψηλούς φόρους βασιζόμενη σε στοιχεία, τα οποία, κατά την άποψή της, συνιστούν «προσαύξηση περιουσίας», προερχόμενη από άγνωστη ή μη διαρκή ή μη σταθερή πηγή ή αιτία και τα οποία ο φορολογούμενος δεν μπορεί να δικαιολογήσει.

Οι συνηθέστερες τέτοιες περιπτώσεις προκύπτουν από τους ελέγχους (άνοιγμα) τραπεζικών λογαριασμών και τον εντοπισμό καταθέσεων που δεν δικαιολογούνται, χωρίς να αποκλείεται η προσαύξηση περιουσίας να προέρχεται από άλλες αιτίες, όπως η αγορά μετοχών, ακινήτων κ.λπ.

Ο φορολογούμενος μπορεί να αποδείξει είτε ότι δεν υπήρξε αδικαιολόγητη προσαύξηση περιουσίας είτε ότι αυτή δεν προέρχεται από απόκτηση «κρυφού» εισοδήματος, αλλά από άλλη νόμιμη αιτία, όπως εισοδήματα απαλλασσόμενα ή αυτοτελώς φορολογούμενα, τα οποία δεν είχε υποχρέωση να συμπεριλάβει στη φορολογική του δήλωση. Κλασικές τέτοιες περιπτώσεις αποτελούν τα μερίσματα, οι τόκοι, τα κέρδη από πώληση μετοχών, αμοιβαίων κεφαλαίων κ.λπ., σε έτη όπου δεν υπήρχε ακόμη η υποχρέωση για ειδική εισφορά αλληλεγγύης.

Εκτός από τα προαναφερόμενα, ο φορολογούμενος μπορεί να επικαλεστεί ανάλωση διαθεσίμου κεφαλαίου προηγουμένων ετών, δηλαδή το κεφάλαιο που έχει σωρευθεί από τις φορολογικές του δηλώσεις. Συγκεκριμένα, το «διαθέσιμο κεφάλαιο» του φορολογουμένου σχηματίζεται από τα δηλωθέντα εισοδήματα των φορολογικών δηλώσεών του σε οικογενειακή βάση, όσων ετών (μέχρι το προγενέστερο του έτους που ελέγχεται) μπορεί να συγκεντρώσει χωρίς όμως να υπάρχουν ενδιάμεσα κενά.

Από τα παραπάνω εισοδήματα εκπίπτουν τα τεκμήρια διαβίωσης και απόκτησης περιουσιακών στοιχείων (τεκμαρτές δαπάνες), όπως ίσχυαν για κάθε έτος από αυτά που επικαλείται για τον σχηματισμό του «διαθεσίμου κεφαλαίου».

Η ελεγκτική αρχή μπορεί βέβαια να εκπέσει όχι μόνο το τεκμαρτό ποσό αλλά το πραγματικό ποσό που δαπανήθηκε, αν αυτό είναι υψηλότερο του αντίστοιχου τεκμαρτού με αποτέλεσμα την μεγαλύτερη μείωση του «διαθεσίμου κεφαλαίου».

Πολλές αμφισβητήσεις μεταξύ της ελεγκτικής αρχής και φορολογουμένων έχουν προκύψει σχετικά με το ποσό που μπορεί να επικαλεστεί ο φορολογούμενος για να δικαιολογήσει «προσαύξηση περιουσίας» και ιδιαίτερα κάλυψη εμβασμάτων με χρηματικά ποσά που υπήρχαν στη διάθεση του φορολογουμένου σε χρηματοπιστωτικά ιδρύματα στο τέλος του 1999. Στην έννοια των χρηματικών ποσών συμπεριλαμβάνονται εκτός από καταθέσεις και τα επενδυτικά προϊόντα γενικά (ομόλογα, μετοχές, repos, αμοιβαία κεφάλαια, κ.λπ.,) για τα οποία προκύπτει από σχετικά αποδεικτικά στοιχεία ότι ήταν διαθέσιμα στο τέλος του έτους 1999 και εκποιήθηκαν-ρευστοποιήθηκαν σε χρόνο προγενέστερο της μεταφοράς χρηματικού ποσού στο εξωτερικό με έμβασμα.

Οπως διευκρινίστηκε από την εγκύκλιο ΠΟΛ 1033/21,3,2013, για την κάλυψη των εμβασμάτων με προϊόν από την εκποίηση περιουσιακών στοιχείων ισχύει ότι όσον αφορά:

• Περιουσιακά στοιχεία (ακίνητα, μετοχές εισηγμένες ή μη κ.λπ.) που έχουν αποκτηθεί έως και το τέλος του 1999 και εκποιήθηκαν μετά την 1/1/2000 και πάντως πριν από την αποστολή του εμβάσματος, λαμβάνεται υπόψη το συνολικό ποσό που προέκυψε από την εκποίηση αυτή, υπό την προϋπόθεση ότι αποδεικνύεται η εκποίηση από σχετικά παραστατικά.

• Περιουσιακά στοιχεία (ακίνητα, μετοχές εισηγμένες ή μη, κ.λπ.) που έχουν αποκτηθεί μετά το τέλος του τελευταίου παραγεγραμμένου έτους, δηλαδή μετά την 1/1/2000 και εκποιήθηκαν πριν από την αποστολή του εμβάσματος, λαμβάνεται υπόψη το συνολικό ποσό που προέκυψε από την εκποίηση αυτή, για την κάλυψη του εμβάσματος, σε κάθε περίπτωση όμως ελέγχεται η οικονομική δυνατότητα απόκτησης των περιουσιακών αυτών στοιχείων από τον φορολογούμενο.

Οι φορολογούμενοι πρέπει να ξέρουν επίσης ότι, σύμφωνα με αποφάσεις δικαστηρίων (πρόσφατη του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών αλλά και του Συμβουλίου της Επικρατείας), κατά τον προσδιορισμό του «διαθεσίμου κεφαλαίου» δεν πρέπει να εκπίπτει καμιά πραγματική δαπάνη (π.χ. για την αγορά μετοχών, αμοιβαίων κ.λπ.) αν, σε κάποιο συγκεκριμένο έτος, δεν θεωρείτο κατά τον νόμο τεκμαρτή δαπάνη.

ΠΗΓΗ: kathimerini.gr