ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΠΟΥ ΕΞΟΜΟΙΩΝΕΙ ΤΙΣ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΑΘΕ ΕΙΔΟΥΣ ΩΣ ΠΡΟΣ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΟΡΟΥΣ ΚΑΙ ΤΙΣ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ, ΜΕ ΤΙΣ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ ΑΟΡΙΣΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ- ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ ΚΑΤΑΒΟΛΗΣ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗΣ ΣΕ ΟΣΟΥΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΘΗΚΑΝ ΜΕ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ ΟΡΙΣΜΕΝΟΥ ΧΡΟΝΟΥ. Με απόφασή του, το ΔΕΚ( C-596/14 )δίνει το πιό πρόσφατο και σαφές δικαιοδοτικό-δικαστικό δεδομένο, για την αρχή της μη διάκρισης των εργαζομένων ορισμένου χρόνου. Το Δικαστήριο εξομοιώνει τις συμβάσεις εργασίας κάθε είδους (συμβάσεις ορισμένου χρόνου, συμβάσεις εργασιακής εμπειρίας, συμβάσεις εκπαίδευσης -κατάρτισης, συμβάσεις ΕΣΠΑ κ.λ.π) ως προς όλους τους όρους και τις συνθήκες απασχόλησης (μισθό, επιδόματα, προϋπηρεσία, αποζημίωση απόλυσης) με τις συμβάσεις αορίστου χρόνου. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο (ΔΕΕ) αποφάνθηκε ότι ο μισθός αυτών που εργάζονται με συμβάσεις ορισμένου χρόνου ή έργου, μερικής ή προσωρινής απασχόλησης, κάθε τύπου και περιεχομένου, πρέπει να είναι ίδιος με αυτόν που λαμβάνουν οι απασχολούμενοι με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου στις αντίστοιχες κρατικές υπηρεσίες , καθώς και στον ιδιωτικό τομέα. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο (ΔΕΕ) επίσης αποφάνθηκε ότι είναι υποχρεωτική η καταβολή αποζημίωσης σε όσους απασχολήθηκαν με συμβάσεις ορισμένου χρόνου και αποχωρούν αυτοδικαίως μετά τη λήξη της σύμβασης ή απολύονται , αντιστοίχου ύψους με τις αποζημιώσεις που λαμβάνουν οι έχοντες σύμβαση αορίστου χρόνου εργαζόμενοι που απολύονται.

{Yπόθεση C 596/14 Απόφαση του Δικαστηρίου (δέκατο τμήμα) της 14ης Σεπτεμβρίου 2016 «Προδικαστική παραπομπή – Κοινωνική πολιτική – Οδηγία 1999/70/ΕΚ – Συμφωνία-πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου που συνήφθη από τη CES, την UNICE και το CEEP – Ρήτρα 4 – Αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων – Έννοια των “συνθηκών απασχολήσεως” – Αποζημίωση σε περίπτωση λύσεως της συμβάσεως εργασίας – Αποζημίωση μη προβλεπόμενη από την εθνική νομοθεσία για τις συμβάσεις προσωρινής απασχολήσεως – Διαφορετική μεταχείριση σε σχέση με τους εργαζομένους αορίστου χρόνου» Το Δικαστήριο (δέκατο τμήμα) αποφαίνεται: 1) Η ρήτρα 4, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου η οποία συνήφθη στις 18 Μαρτίου 1999 και έχει προσαρτηθεί στην οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1999, σχετικά με τη συμφωνία-πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου που συνήφθη από τη CES, την UNICE και το CEEP, έχει την έννοια ότι στις «συνθήκες απασχολήσεως» περιλαμβάνεται η αποζημίωση την οποία υποχρεούται να καταβάλει ο εργοδότης στον εργαζόμενο λόγω λύσεως της συμβάσεως εργασίας του ορισμένου χρόνου. 2) Η ρήτρα 4 της συμφωνίας-πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου, η οποία έχει προσαρτηθεί στην οδηγία 1999/70, έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική νομοθεσία, όπως αυτή της κύριας δίκης, η οποία δεν αναγνωρίζει δικαίωμα αποζημιώσεως λόγω λύσεως της συμβάσεως εργασίας σε εργαζόμενο στο πλαίσιο συμβάσεως εργασίας interinidad, ενώ επιτρέπει τη χορήγηση τέτοιας αποζημιώσεως, μεταξύ άλλων, σε αντίστοιχους εργαζομένους αορίστου χρόνου. Το γεγονός και μόνον ότι ο εν λόγω εργαζόμενος πραγματοποίησε την εργασία του βάσει συμβάσεως εργασίας interinidad δεν αποτελεί αντικειμενικό λόγο, ο οποίος να δικαιολογεί τη μη χορήγηση της αποζημιώσεως αυτής στον ως άνω εργαζόμενο}.

ΒΑΣΙΛΗΣ ΤΡΑΪΑΝΟΠΟΥΛΟΣ Γ.Γ Π.Ο.Σ.ΕΠ.Ε