Μια νέα έρευνα που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό International Journal of Epidemiology διαπιστώνει ότι οι άνθρωποι που απασχολούνται σε θέσεις χαμηλής αμοιβής, ή σε άκρως αγχωτικές θέσεις εργασίας, μπορεί να μην έχουν πραγματικά καλύτερη υγεία από όσους παραμένουν άνεργοι. 

Υπάρχουν επίσης ορισμένες ενδείξεις ότι η ποιότητα της απασχόλησης είναι σημαντική για την υγεία και την ευημερία, αν και ορισμένες μελέτες υποδεικνύουν ότι οι άνθρωποι σε θέσεις εργασίας χαμηλής ποιότητας εξακολουθούν να είναι καλύτερα από άποψη ικανοποίησης και ευημερίας από ό,τι εκείνοι που παραμένουν άνεργοι. Υπάρχουν λίγα στοιχεία για το κατά πόσον η επανένταξη σε εργασία κακής ποιότητας είναι καλύτερη για την υγεία και την ευημερία από ό,τι η ανεργία. Οι επιστήμονες σε αυτή την έρευνα εξέτασαν την συσχέτιση της αλλαγής δουλειάς με δείκτες υγείας για το άγχος και την χρόνια καταπόνηση σε μια αντιπροσωπευτική ομάδα πληθυσμού ανέργων Βρετανών ενηλίκων.

Σκοπός της μελέτης ήταν να εξεταστεί ο συνδυασμός της αλλαγής δουλειάς με βιοδείκτες που σχετίζονται με την υγεία και το χρόνιο άγχος. Οι ερευνητές εστίασαν στο να συγκρίνουν την υγεία αυτών που παρέμειναν άνεργοι με εκείνους που πιάνουν μια κακής ποιότητας δουλειά (σ.σ. δηλαδή μια δουλειά με χαμηλές αποδοχές και μεγάλο άγχος και κούραση) και να εξετάσουν εάν υπήρξε θετική (ή αρνητική) εξέλιξη σε θέματα υγείας ανάλογα με τις καλές (ή κακές) ποιοτικά θέσεις εργασίας.

Οι συμμετέχοντες κλήθηκαν να λάβουν μέρος σε μια συνέντευξη για την αξιολόγηση της υγείας τους, ενώ έδωσαν και δείγματα αίματος. Ένα αντιπροσωπευτικό υποσύνολο 15.591 ενηλίκων συμμετείχε στην αξιολόγηση αυτή με ποσοστό ανταπόκρισης 58,6%. Μεταξύ αυτών των συμμετεχόντων, 10.175 έδωσαν δείγμα αίματος και είχαν δεδομένα για τουλάχιστον έναν βιοδείκτη.

Ο δείκτης αλλοστατικού φορτίου (allostatic load index) αντικατοπτρίζει τις φυσιολογικές συνέπειες της έκθεσης σε χρόνιο στρες και έχει προηγουμένως χρησιμοποιηθεί για τη μέτρηση των επιπτώσεων της εργασιακής πίεσης στην υγεία. Αυτός ο δείκτης βασίστηκε αρχικά σε δεδομένα από δέκα φυσιολογικές ή φυσικές μετρήσεις σε όλο το καρδιαγγειακό, μεταβολικό και ανοσοποιητικό σύστημα. Οι ερευνητές χρησιμοποίησαν δώδεκα μετρήσιμους βιοδείκτες (συμπεριλαμβανομένου του συντελεστή ανάπτυξης ινσουλίνης, του ποσοστού κάθαρσης κρεατινίνης και των μετρήσεων της χοληστερόλης, των τριγλυκεριδίων, του παλμού, της αρτηριακής πίεσης και της αναλογίας μέσης προς ύψος) για την «κατασκευή» του δείκτη.

 

Ευρήματα της έρευνας

— Μια γενική μεταβλητή για την ποιότητας εργασίας δημιουργήθηκε λαμβάνοντας υπόψη πέντε μεταβλητές ποιότητας εργασίας: χαμηλή αμοιβή, εργασιακή ανασφάλεια, έλεγχος, ικανοποίηση και άγχος.

 

— Εξετάζοντας τους βιοδείκτες, υπήρξε μια σαφής τάση υψηλότερων επιπέδων σε αυτές τις μεταβλητές για τους ενήλικες που έπιασαν δουλειά σε μια κακής ποιότητας εργασιακή θέση.

— Οι ενήλικες που μεταπήδησαν σε θέσεις εργασίας καλής ποιότητας είχαν τα χαμηλότερα επίπεδα βιοδεικτών.

— Οι ερωτηθέντες που παρέμειναν άνεργοι είχαν τα χειρότερα σωματικά και διανοητικά αποτελέσματα.

— Σε σύγκριση με τους ενήλικες που παρέμειναν άνεργοι, οι πρώην άνεργοι ενήλικες που μεταφέρθηκαν σε κακής ποιότητας θέσεις εργασίας είχαν υψηλότερα επίπεδα συνολικού αλλοστατικού φορτίου.

— Εξετάζοντας τα αποτελέσματα της σωματικής και ψυχικής υγείας, η μετάβαση σε οποιοδήποτε είδος εργασίας δεν συνδέεται με τη βελτίωση της σωματικής υγείας.

— Η καλής ποιότητας εργασία συνδέθηκε με τη βελτίωση της ψυχικής υγείας σε σύγκριση με τους υπόλοιπους άνεργους, αλλά δεν υπήρχαν διαφορές στις βαθμολογίες ψυχικής υγείας μεταξύ εκείνων που μεταπήδησαν σε εργασία χαμηλής ποιότητας και εκείνων που παρέμειναν άνεργοι.

Διαπιστώσεις – Συμπεράσματα

Συνοπτικά, οι ερευνητές βρήκαν στοιχεία ότι, σε σύγκριση με τους ενήλικες που παρέμειναν άνεργοι, οι πρώην άνεργοι ενήλικες που μεταπήδησαν σε κακή ποιότητα εργασίας είχαν αυξημένους κινδύνους για μια σειρά προβλημάτων υγείας.

Δεν βρήκαν λίγα στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι η απασχόληση σε θέσεις εργασίας χαμηλής ποιότητας συνδέεται με καλύτερη υγεία και μείωση των αρνητικών επιπέδων βιοδεικτών, που σχετίζονται με το χρόνιο στρες σε σύγκριση με τους υπόλοιπους άνεργους.

Αντίθετα, τα στοιχεία υποδηλώνουν ότι η απασχόληση σε θέσεις εργασίας χαμηλής ποιότητας συνδέεται με υψηλότερα επίπεδα βιολογικών δεικτών χρόνιου στρες σε σύγκριση με τους υπόλοιπους άνεργους.

«Η ποιότητα της εργασίας δεν μπορεί να αγνοηθεί από το ότι ένας άνεργος βρίσκει απλά μια οποιαδήποτε δουλειά», δήλωσε ο επικεφαλής συγγραφέας της έρευνας, Tarani Chandola, καθηγητής Ιατρικής Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο του Μάντσεστερ. Και πρόσθεσε: «Ακριβώς όπως η καλή δουλειά είναι καλή για την υγεία, πρέπει επίσης να θυμόμαστε ότι η κακή ποιότητα εργασίας μπορεί να είναι επιζήμια για την υγεία».

ΠΗΓΗ: iatropedia.gr