Μέχρι πριν από λίγες μέρες αντηχούσαν οι φωνές διαμαρτυρίας για την άστοχη σύμμιξη του κομμουνισμού και του ναζισμού στο συνέδριο της Εσθονίας. Δεν έχει σβήσει ο απόηχος, έχει όμως λίγο κοπάσει και έτσι άρχισαν να συζητούνται νέοι παραλληλισμοί. Συγκεκριμένα, κάποιες συγκυριακές τοποθετήσεις βουλευτών, ιδίως της Νέας Δημοκρατίας, έχουν ανοίξει και πάλι ένα θέμα εγγύτητας με απόψεις της Ακροδεξιάς.

Ο τίτλος «Νεοφιλελευθερισμός και Ακροδεξιά» επομένως δεν ακούγεται παράδοξος, αλλά οπωσδήποτε εγείρει σφοδρές ενστάσεις. Ούτε οι νεοφιλελεύθεροι ούτε οι ακροδεξιοί αποδέχονται την εξομοίωση των δύο ρευμάτων, που όντως στη γενικότητά της θα ήταν άστοχη.

Αλλο εξομοίωση, ωστόσο, και άλλο σύγκριση. Ακόμη και τα αντίθετα ή τα πολύ διαφορετικά μπορούν να συγκρίνονται και τα ευρήματα να προκύπτουν εντυπωσιακά. Για παράδειγμα, χωρίς να παραγνωρίζονται οι διαφορές, μεταξύ νεοφιλελευθερισμού και Ακροδεξιάς αναγνωρίζονται και καίριες ομοιότητες. Οχι μόνο συγκυριακές, αλλά δομικές και διαρκείς. Δύο παραδείγματα, παρακάτω:

Πρώτο: Τόσο οι οπαδοί του νεοφιλελευθερισμού όσο και οι ποικιλώνυμοι «στρατιώτες» της Ακροδεξιάς εκδηλώνουν μια απέχθεια για το «κράτος». Μάλλον, όχι για οποιοδήποτε κράτος: οι δυνάμεις της αγοράς, για παράδειγμα, καθόλου δεν ενοχλούνται από ένα Δημόσιο που στηρίζει επιχειρήσεις ή προσφέρει υπηρεσίες που δεν αποφέρουν κέρδος και ως εκ τούτου της είναι αδιάφορες. Απέχθεια στα δύο ρεύματα προκαλούν ακριβώς το δημοκρατικό κράτος και τα στελέχη που το υπηρετούν, οι πολιτικοί.

Η κοινή αυτή στοχοθεσία μάλιστα εξυπηρετείται και από ένα κοινό εργαλείο: τον λαϊκισμό. Η αγοραία περιφρόνηση προς τους υπαλλήλους του Δημοσίου, τους συνδικαλιστές και τις «στρατιές» συνταξιούχων κινείται από τον χώρο της υπεραπλούστευσης έως εκείνον της αβασιμότητας.

Ας θυμηθούμε π.χ. την αποσιώπηση της σημαντικής συρρίκνωσης του αριθμού των δημοσίων υπαλλήλων κατά τα χρόνια της κρίσης και την ενοχοποίησή τους για την τελευταία. Ελάχιστα χρειάζεται εξάλλου να θυμίσουμε τον ισοπεδωτικό, επιθετικό λόγο των ακροδεξιών κατά των πολιτικών στο σύνολό τους.

Εξάλλου, η αντίθεση προς το κράτος διαπιστώνεται και σε μια ακόμη βαθύτερη στιβάδα και μάλιστα διαλεκτικά. Τόσο ο νεοφιλελευθερισμός όσο και η Ακροδεξιά θεμελιώνονται στον αντίπαλο προς τον δημόσιο πόλο.

Η αγορά, ο ιδιωτικός χώρος και ως δυναμική οι ιδιωτικοποιήσεις συνιστούν τον σκληρό πυρήνα του νεοφιλελευθερισμού. Η απόκτηση εξουσίας μέσω του κοινού αίματος, δηλαδή της καταγωγής και της οικογένειας, συνιστά την πεμπτουσία των ακροδεξιών και των ρατσιστικών μορφωμάτων. Οι μορφές μπορεί να παραλλάσσονται, αλλά στην ουσία τα κοινά αυτά σημεία σχεδόν ταυτίζονται.

Μια δεύτερη χαρακτηριστική ομοιότητα αφορά τη στάση απέναντι στον θάνατο. Αναφέρομαι συγκεκριμένα στο γεγονός ότι οι ανθρωποκτονίες που τελούνται στο πλαίσιο αυτών των ρευμάτων ενέχουν και στις δύο περιπτώσεις όχι μόνο την επιθετικότητα κατά της ζωής αλλά και την παραγνώριση της ανθρώπινης ατομικότητας και αξιοπρέπειας. Αναλυτικά:

Στην περίπτωση του νεοφιλελευθερισμού ο θάνατος δεν προκαλείται συνήθως με έναν τρόπο απεχθή και εξατομικευμένο. Προκύπτει ωστόσο ως αντικειμενική πολιτική, με την ανοχή της λειτουργίας επιχειρήσεων που προσβάλλουν το περιβάλλον σε βαθμό θανατηφόρο και στατιστικά αισθητό, ή που παραγνωρίζουν δαπανηρές προδιαγραφές ασφάλειας για προϊόντα και σκευάσματα, ή που παράγουν ή ανέχονται συνθήκες κινδύνου, προκειμένου να μην υποβληθούν σε έξοδα.

Η ακραία φτώχεια και ο κοινωνικός αποκλεισμός που βάζουν σε κίνδυνο τη ζωή και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια ξεπερνιούνται βιαστικά σαν παράπλευρες απώλειες μιας πολιτικής που δίνει έμφαση στο κέρδος.

Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις ο άνθρωπος αντιμετωπίζεται σαν αριθμός, σαν να μην αποτελεί οντότητα άξια ατομικού σεβασμού, με αυτοπροσδιορισμό και ευθύνη -προϋπόθεση ακόμη και για την τιμωρία του. Καταντά σε τελική ανάλυση ένα εργαλείο για την άσκηση μιας οικονομικής πολιτικής. Αν την αγορά τη συμφέρει μια εκμετάλλευση, ας χαθούν και μερικές ανθρώπινες ζωές. Οποιες να ’ναι.

Ο ρατσιστής δεν θέλει να διακρίνει την ανθρώπινη ιδιότητα στον ξένο, στον αλλόφυλο, στον διαφορετικό. Τον θεωρεί «ζων πτώμα». Κάτι ανάλογο άλλωστε ισχύει και για τους τζιχαντιστές: Δεν ενδιαφέρονται για τους ανθρώπους που βρίσκονται μπροστά στο στόχαστρο ή υποκύπτουν στα φονικά τους όπλα. Ας είναι οποιοιδήποτε. Τους βλέπουν σαν απλά εργαλεία για την επίτευξη των μισαλλόδοξων στόχων τους.

Κάθε συγκυριακή πολιτική διάκρισης ή αντιμετώπισης του νεοφιλελευθερισμού και της Ακροδεξιάς πρέπει να σταθμίζει τις παραπάνω συγκεκριμένες δομικές ομοιότητες. Αλλιώς, τα επεισόδια συνάντησης των δύο ρευμάτων φαινομενικά θα προκύπτουν απρόοπτα, ενώ στην πραγματικότητα θα είναι ιστορικά προγραμματισμένα.

*Ο Νίκος Παρασκευόπουλος ομ. καθηγητής ΑΠΘ – βουλευτής

ΠΗΓΗ: efsyn.gr