Αποτίμηση: Tο γερμανικό μοντέλο για την τόνωση της παραγωγικότητας και τη δημιουργία μιας πιο «ευέλικτης» αγοράς απασχόλησης 

Η εργασιακή μεταρρύθμιση στη Γαλλία έχει πυροδοτήσει ένα μίγμα αντιδράσεων, αμφισβητήσεων, αλλά και υψηλών προσδοκιών εντός και εκτός χώρας. Πριν από τον Εμανουέλ Μακρόν, όμως, ριζικές αλλαγές και «ελαστικοποίηση» του εργασιακού πλαισίου προώθησαν οι «μνημονιακές» Ελλάδα, Ισπανία,Πορτογαλία και ο μεγάλος «ασθενής» Ιταλία. Τον δρόμο είχε δείξει πολλά χρόνια νωρίτερα με τις άκρως αμφιλεγόμενες, όταν υιοθετήθηκαν, μεταρρυθμίσεις Hartz, η Γερμανία. Αξίζει λοιπόν να θυμηθούμε ποιες ακριβώς είναι οι αλλαγές που έχουν προωθηθεί ανά την Ευρωζώνη και να επιχειρήσουμε να δώσουμε απάντηση στο ερώτημα: είχαν τελικά αποτέλεσμα;

Γερμανία
Η κληρονομιά του Hartz

Με τη Γερμανία να υποφέρει επί χρόνια από υψηλή ανεργία, ήταν μία σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση, αυτή του Γκέρχαρντ Σρέντερ, που το 2003 έθεσε ως προτεραιότητα την τόνωση της παραγωγικότητας και τη δημιουργία μιας πιο «ευέλικτης» αγοράς εργασίας. Το σχέδιο ανέλαβε επιτροπή υπό τον πρώην διευθύνοντα σύμβουλο της Volkswagen, Πέτερ Χαρτς, η οποία κατέληξε σε μία πρόταση που έμελλε να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο η χώρα αντιμετώπιζε έως τότε την ανεργία και τη φτώχεια. Η κεντρική ιδέα ήταν να αυξηθούν τα κίνητρα για την είσοδο στην αγορά εργασίας ή καλύτερα να υπάρξουν αντικίνητρα στο να μένει κάποιος εκτός έως ότου βρει την απασχόληση που επιθυμεί. Τα επιδόματα ανεργίας και κοινωνικής πρόνοιας ενοποιήθηκαν σε ένα ενιαίο πακέτο, περιορίζοντας έτσι τη χορηγούμενη βοήθεια του κράτους.

Η σημαντικότερη όμως αλλαγή ήταν άλλη: ένα «συμβόλαιο» μεταξύ των ανέργων και του γραφείου ευρέσεως εργασίας, που προσδιόριζε τι οφείλει να κάνει η κάθε πλευρά. Αν οι πρώτοι αποτύγχαναν να τηρήσουν τις δικές τους δεσμεύσεις, υπήρχε «πρόστιμο» στη μορφή της μείωσης των επιδομάτων. Ήταν το πρώτο στάδιο των μεταρρυθμίσεων. Ακολούθησαν επί χριστιανοδημοκρατικών κυβερνήσεων ακόμη τρία, τα οποία έβαλαν για τα καλά στο λεξιλόγιο και τη ζωή των Γερμανών έννοιες όπως αυτή της «ΜiniJob».

Σήμερα η Γερμανία έχει ένα από τα χαμηλότερα ποσοστά ανεργίας στην Ευρώπη – μόλις 3,7% στο σύνολο του πληθυσμού και 6,5% μεταξύ των νέων. Ο αριθμός των ανέργων έχει μειωθεί κατά περισσότερο από 50% την τελευταία δεκαετία και είναι σήμερα στα 2,47 εκατομμύρια. Αρκετοί πιστώνουν το «θαύμα» στο ευέλικτο χέρι του Χαρτς.

Ωστόσο, θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι minijobs έχουν αυξηθεί από 4,1 εκατομμύρια το 2002 σε πάνω από 7,5 εκατομμύρια σήμερα. Οι υποστηρικτές τους τονίζουν ότι αυτή η μερική (part time) απασχόληση, η οποία είναι και πιο χαλαρά ρυθμιζόμενη, είναι ιδανική για γονείς (συχνότερα γυναίκες), φοιτητές, ακόμη και συνταξιούχους. Περισσότεροι από τους μισούς, όμως, κατόχους τέτοιων θέσεων δηλώνουν ότι θα προτιμούσαν την πλήρη απασχόληση και όχι minijob, που τους προσφέρει στην καλύτερη περίπτωση 450 ευρώ μηνιαίως. Και αυτή δεν είναι βεβαίως η μόνη μορφή μερικής ή προσωρινής απασχόλησης. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, οι μερικής απασχόλησης θέσεις καλύπτουν σχεδόν το 25% του συνόλου στη Γερμανία (όταν ο μέσος όρος στην κοινότητα είναι 18,9%), ενώ μεταξύ των γυναικών προσεγγίζουν το 49%.

Επιπλέον, παρά την καθιέρωση ομοσπονδιακού κατώτατου μισθού, που σήμερα είναι στα 8,9 ευρώ, υπολογίζεται ότι ένας στους 5 εργαζομένους στη Γερμανία αμείβεται με λιγότερα από 5,5 ευρώ ανά ώρα. Ταυτόχρονα με την άνοδο της μερικής απασχόλησης και της υποαπασχόλησης έχουμε και το άνοιγμα της εισοδηματικής ψαλίδας. Σύμφωνα με έκθεση του ΟΟΣΑ το 2012, η Γερμανία ήταν η μόνη χώρα της Ε.Ε. που είδε τις ανισότητες στο εισόδημα από εργασία να αυξάνονται από τα μέσα της δεκαετίας του ‘90 έως το 2010. Οι ανισότητες συνέχισαν τα επόμενα χρόνια να είναι το μεγάλο «αγκάθι». Ακόμη και το ΔΝΤ στη φετινή του έκθεση για τη γερμανική οικονομία κάλεσε το Βερολίνο να πράξει περισσότερα για την άμβλυνση των ανισοτήτων και την ανάπτυξη «χωρίς περιορισμούς».

Και ο ρόλος των συνδικάτων
Παρά τις παραπάνω «παρενέργειες», κανείς δεν αρνείται το γεγονός ότι η γερμανική αγορά εργασίας είναι πολύ πιο υγιής από τη δική μας ή την ισπανική. Πρόκειται άλλωστε για μία οικονομία που αναπτύσσεται με σταθερούς ρυθμούς, βλέπει τη μεταποίησή της να παραμένει ισχυρή και τις εξαγωγές της να καταγράφουν το ένα ρεκόρ μετά το άλλο. Είναι όμως οι μεταρρυθμίσεις Hartz το μυστικό της επιτυχίας;

Σε πρόσφατη μελέτη τους οι ερευνητές Alexandra Spitz Oener, Christian Dustman, Βernd Fitzenberger και Uta Shoenberg καταδεικνύουν ότι η συμβολή των μεταρρυθμίσεων του 2003 στην οικονομική επιτυχία της χώρας είναι πολύ μικρότερη από εκείνη των συλλογικών διαπραγματεύσεων της δεκαετίας του ‘90. Τα εργατικά συνδικάτα σε κλαδικό και περιφερειακό επίπεδο αποδέχθηκαν τόσο τη μείωση των πραγματικών μισθών όσο και μεγαλύτερη ευελιξία στο ωράριο, με αποτέλεσμα από το ‘95 και ύστερα να δοθεί ισχυρή ώθηση στην παραγωγικότητα. Σε αρκετές περιπτώσεις είχαμε και αποκέντρωση των διαπραγματεύσεων, με επιχειρησιακές συμβάσεις, χωρίς όμως ποτέ να καταργηθούν οι συλλογικές. Ήταν η απάντησή τους στη νέα πραγματικότητα που δημιουργούσε η επανένωση, αλλά και ο ανταγωνισμός των φθηνού εργατικού κόστους χωρών του πρώην ανατολικού μπλοκ.

Ισπανία: Ουδέν μονιμότερον του προσωρινού… 
Το ποσοστό της ανεργίας στην Ισπανία άρχισε να αυξάνεται με ταχύτατους ρυθμούς από το 2008 ως αποτέλεσμα της κατάρρευσης του κατασκευαστικού κλάδου και της πιστωτικής ασφυξίας. Τότε ήταν μόλις στο 8% και έως και το δεύτερο τρίμηνο του 2013 είχε σκαρφαλώσει στο ρεκόρ του 27,2%. Έκτοτε ετέθη σε σταθερή τροχιά πτώσης και σήμερα είναι στο 17,1%. Μεταξύ των νέων έχει υποχωρήσει από το 50% στο 38,6%. Αυτή η μείωση θεωρείται ο γλυκός καρπός της μεταρρύθμισης που σχεδίασε η κυβέρνηση του Μαριάνο Ραχόι και ψήφισε το ισπανικό κοινοβούλιο τον Ιούλιο του 2012. Κρύβει όμως και πολλά πικρά στοιχεία.

Η πρώτη μεγάλη αλλαγή που έφερε η μεταρρύθμιση Ραχόι είναι η καθιέρωση των επιχειρησιακών και ατομικών συμβάσεων, που έρχονται να περιορίσουν δραστικά τον ρόλο των κλαδικών. Ορίστηκε επίσης ανώτατο όριο ενός έτους για την ισχύ μίας σύμβασης, μετά τη λήξη της, προκειμένου να επιταχυνθεί η διαδικασία της διαπραγμάτευσης νέων, ενώ διευρύνθηκαν αισθητά οι δυνατότητες προώθησης ελαστικού ωραρίου.

Στο μέτωπο των απολύσεων, καθιερώθηκαν «αντικειμενικές συνθήκες» που δικαιολογούν τον τερματισμό της σύμβασης ενός εργαζομένου, όπως η εμφάνιση ζημιών ή τριών διαδοχικών τριμήνων πτώσης στα έσοδα. Η αποζημίωση περιορίστηκε στις 33 ημέρες ανά έτος υπηρεσίας με ανώτατο όριο τους 24 μήνες. Το προηγούμενο πλαίσιο προέβλεπε 45 ημέρες ετησίως και ανώτατο όριο 42 μηνών.  Στην προκαταρκτική αποτίμηση της μεταρρύθμισης, στα τέλη του 2013, ο ΟΟΣΑ υποστήριζε ότι η προώθηση των επιχειρησιακών έναντι των κλαδικών συμβάσεων θα δώσει περισσότερα κίνητρα για προσλήψεις, κάτι που πράγματι έγινε. Τόνιζε όμως παράλληλα ότι η διευκόλυνση των απολύσεων και οι μειωμένες αποζημιώσεις θα ενθαρρύνουν τους εργοδότες στο να συνάπτουν συμβάσεις αορίστου χρόνου και όχι προσωρινής απασχόλησης. Εδώ η πραγματικότητα αποδείχθηκε πολύ διαφορετική από την αισιόδοξη πρόβλεψη του οργανισμού.

Στην Ισπανία η προσωρινή απασχόληση (συμβάσεις εποχικές και ορισμένου χρόνου) είναι το μεγαλύτερο αγκάθι της αγοράς εργασίας, το οποίο έχει ως αποτέλεσμα η εργασιακή ανασφάλεια να είναι σταθερά μεταξύ των μεγαλύτερων ανησυχιών των Ισπανών στις δημοσκοπήσεις. Το αρνητικό ρεκόρ κατεγράφη το 2015, όταν το 90% των νέων συμβάσεων που υπεγράφησαν ήταν προσωρινής απασχόλησης, με το ένα τέταρτο εξ αυτών να διαρκούν μόλις επτά ημέρες! Από τις συνολικά 5,2 εκατομμύρια θέσεις που δημιουργήθηκαν το διάστημα 2013-2016, τα 2,1 εκατομμύρια ήταν προσωρινές. Σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat, οι θέσεις προσωρινής απασχόλησης στην Ισπανία καλύπτουν σήμερα το 26,1% του συνόλου, με το ποσοστό να είναι το δεύτερο υψηλότερο στην Ε.Ε. των 28, μετά της Πολωνίας. Μάλιστα, μεταξύ των νέων ηλικίας έως 24 ετών εκτινάσσεται στο 72,9%.

Πορτογαλία: Ευελιξία αλλά και… συνταγματικό φρένο 
Από τα μέσα του 2008 έως και τις αρχές του 2013 η Πορτογαλία έχασε 767.000 θέσεις εργασίας και είδε το ποσοστό της ανεργίας να ενισχύεται από το 8,6% στο 17,3%. Η κατάσταση ήταν λιγότερο δραματική σε σχέση με την Ελλάδα και την Ισπανία, αλλά σε κάθε περίπτωση απαιτούσε δράση.

Οι πρώτες κινήσεις για ελαστικοποίηση του εργασιακών σχέσεων έγιναν ήδη από το 2011 από την κυβέρνηση του Ζοζέ Σόκρατες και ολοκληρώθηκαν το 2015. Η Λισαβόνα μείωσε αισθητά τις αποζημιώσεις των απολύσεων για τις νέες προσλήψεις (αφήνοντας ως έχει το πλαίσιο για όσους εργάζονταν ήδη).  Ταυτόχρονα σε μία προσπάθεια να περιορίσει την τάση των εργοδοτών να στρέφονται σε προσλήψεις προσωρινής απασχόλησης όρισε ανώτερα επίπεδα αποζημίωσης για τις συμβάσεις ορισμένου από ό,τι για εκείνες του αορίστου. Για την ίδια περίοδο εργασίας ένας μόνιμος λαμβάνει μικρότερη αποζημίωση από ό,τι ένας ορισμένου χρόνου.

Υπήρξαν επίσης προσπάθειες να διευρυνθεί η γκάμα των παραγόντων που δικαιολογούν την απόλυση, με προσθήκη κριτηρίων όπως η «αδυναμία προσαρμογής χωρίς αλλαγή της φύσης της εργασίας» ή η χαμηλή απόδοση των εργαζομένων, αλλά το Συνταγματικό Δικαστήριο έβαλε φρένο.

Όσον αφορά τα επιδόματα ανεργίας, η μεταρρύθμιση διεύρυνε το δίχτυ ασφαλείας, ώστε να συμπεριλάβει περισσότερους, αλλά περιόρισε τη μέγιστη διάρκεια χορήγησης. Επιπλέον προωθήθηκαν μία σειρά από προγράμματα κατάρτισης και επιδότησης προσλήψεων ανέργων.

Σήμερα το ποσοστό ανεργίας στη χώρα έχει υποχωρήσει στο 8,8%, πολύ κοντά δηλαδή στα προ κρίσεως επίπεδα. Το ποσοστό της προσωρινής απασχόλησης, αν και έχει μειωθεί ελαφρά τα τελευταία χρόνια, παραμένει το τρίτο υψηλότερο στην Ε.Ε. (22,3%).

Το ποσοστό μερικής απασχόλησης (part time) από την άλλη είναι χαμηλότερο του 10% και ένα από τα μικρότερα στην ένωση.

Ιταλία: Φτωχά είναι τα μέχρι στιγμής αποτελέσματα…
Στην Ιταλία το ποσοστό της ανεργίας είναι σήμερα στο 11,3%, έχοντας κυμανθεί από το ιστορικό χαμηλό του 5,7% τον Απρίλιο του 2007 έως και το υψηλό του 13% τον Νοέμβριο του 2014. Η τρίτη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρωζώνης, αντιμέτωπη εδώ και χρόνια με αναιμική ανάπτυξη και υψηλότατο δημόσιο χρέος, αν και εκτός μνημονίου δέχθηκε σημαντικές πιέσεις για διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, οι οποίες μάλιστα θεωρήθηκαν προϋπόθεση για την αγορά ιταλικών κρατικών ομολόγων από την ΕΚΤ.

Η μεταρρύθμιση της ιταλικής αγοράς εργασίας έγινε σε δύο φάσεις. Τις πρώτες αλλαγές προώθησε η κυβέρνηση του τεχνοκράτη Μάριο Μόντι στα τέλη του 2012, ενώ τη σκυτάλη έλαβε το 2014 ο Ματέο Ρέντσι, του οποίου η μεταρρύθμιση ολοκληρώθηκε το φθινόπωρο του 2015. Και στις δύο περιπτώσεις οι αλλαγές αφορούσαν, όπως και στην Πορτογαλία, τις νέες προσλήψεις, χωρίς να επηρεάζουν όσους είχαν ήδη εργασία. Και οι δύο κυβερνήσεις κινήθηκαν επίσης σε δύο βασικούς άξονες: διευκόλυνση των απολύσεων – διεύρυνση των δικαιούχων επιδόματος ανεργίας.

 

Στο επίκεντρο βρέθηκε το άρθρο 18 του Εργατικού Κώδικα, το οποίο προέβλεπε την επαναπρόσληψη όσων κρίνεται ότι έχουν απολυθεί αδίκως. Η μεταρρύθμιση Μόντι κατήργησε την υποχρέωση επαναπρόσληψης, ορίζοντας αντ’ αυτής υποχρέωση του εργοδότη να αποζημιώσει οικονομικά τον απολυθέντα. Με τη μεταρρύθμιση Ρέντσι το άρθρο καταργήθηκε πλήρως, ενώ μειώθηκαν οι αποζημιώσεις για τους εργαζομένους αορίστου χρόνου. Τα αποτελέσματα θεωρούνται μέχρι στιγμής φτωχά. Ωστόσο οι περισσότεροι συμφωνούν πως αυτό που έχει ανάγκη η χώρα για να τονώσει την απασχόληση δεν είναι περισσότερη «ευελιξία» στην αγορά εργασίας, αλλά πιο ισχυρή ανάπτυξη. Έτσι η κυβέρνηση προσανατολίζεται περισσότερο σε μέτρα όπως η ελάφρυνση των φορολογικών βαρών για τις επιχειρήσεις.

Το μοντέλο της Βαλτικής 
Στα νεότερα μέλη της ζώνης του ευρώ, την Εσθονία, τη Λετονία και τη Λιθουανία, η αγορά εργασίας χαρακτηρίζεται από την πλήρη σχεδόν απουσία εργατικών συνδικάτων και συλλογικών διαπραγματεύσεων. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι ο καθορισμός του κατώτατου μισθού, των ωραρίων και εν γένει το πλαίσιο των εργασιακών συνθηκών είναι αρμοδιότητα των κυβερνήσεων.

Επισήμως οι χώρες αυτές προσφέρουν στους εργαζομένους επίπεδα προστασίας πολύ κοντά στο μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ωστόσο, η εφαρμογή των νόμων είναι εξαιρετικά «χαλαρή», όπως επισημαίνεται σε εκθέσεις διεθνών οργανισμών, με αποτέλεσμα οι εργασιακές σχέσεις να είναι στην πραγματικότητα πολύ πιο ελαστικές.

Τα κράτη της Βαλτικής έχουν να παινεύονται για τα εξαιρετικά χαμηλά ποσοστά όχι μόνο ανεργίας, αλλά και προσωρινής απασχόλησης (μόλις 2% στη Λιθουανία και 3,7% σε Λετονία και Εσθονία). Σε μονοψήφια ποσοστά κινείται και η μερική απασχόληση.

Και τα βασικά σημεία της μεταρρύθμισης Μακρόν 

  1. Δυνατότητα επιχειρησιακών αντί κλαδικών συμβάσεων. Σε περίπτωση κρίσης ή ραγδαίας επιδείνωσης των οικονομικών της εταιρείας, ο εργοδότης μπορεί να επιδιώξει διαπραγματεύσεις για «απλοποίηση» των συμβάσεων, με αλλαγές στο επίπεδο των μισθών και το ωράριο ανάλογα με τις συνθήκες στην αγορά.
  2. Αλλαγές στο σύστημα συμβάσεων ορισμένου χρόνου. Τα κατώτατα όρια για τη διάρκεια και τα επίπεδα του μισθού, όπως και το πόσες φορές μπορεί να ανανεωθεί μία σύμβαση, θα αποφασίζονται σε επίπεδο κλάδου και όχι με εθνική νομοθεσία από το κράτος, όπως ίσχυε έως τώρα.
  3. Διευκόλυνση των απολύσεων. Για την απόλυση των εργαζομένων τα εργατοδικεία θα εξετάζουν αποκλειστικά τις οικονομικές επιδόσεις της εταιρείας στην αγορά της Γαλλίας και όχι διεθνώς. Έως τώρα μπορούσε να κριθεί άδικη μία απόλυση για οικονομικούς λόγους εάν οι διεθνείς δραστηριότητες ανθούσαν.
  4. Καθιερώνεται νέα κλίμακα για τις αποζημιώσεις, η οποία αρχίζει με μισθούς τριών μηνών για κάθε δύο έτη απασχόλησης.
  5. Περιορισμός της γραφειοκρατίας για επιχειρήσεις με περισσότερους από 50 εργαζομένους.

ΠΗΓΗ: naftemporiki.gr/ – Της Νατάσας Στασινού