Το τελευταίο διάστημα πολλά έχουν γραφεί κι ακόμα περισσότερα έχουν ειπωθεί για την υπόθεση του Ελληνικού. Τμήμα του δημόσιου διαλόγου έχουν αποτελέσει οι αρχαιότητες με τρόπο, που είναι εξόχως διδακτικός, για το πώς αντιμετωπίζει το πολιτιστικό παρελθόν μια κοινωνία σε κρίση.

Ας δούμε τα πράγματα με ψυχραιμία. Σχηματικά έχουν δημιουργηθεί δύο στρατόπεδα: όσοι υποστηρίζουν, ότι η επένδυση στον μητροπολιτικό πόλο Αγ. Κοσμά – Ελληνικού πρέπει να προχωρήσει «απρόσκοπτα» κι όσοι υποστηρίζουν, ότι το επιχειρείν στη χώρα οφείλει να γίνεται με όρους σεβασμού της νομιμότητας και στη συγκεκριμένη περίπτωση με απόλυτη προσήλωση στην προστασία και ανάδειξη της αρχαίας και νεότερης πολιτιστικής κληρονομιάς.

Θα πρέπει να διώξουμε την αχλύ γύρω από το θέμα. Καταρχήν υπάρχουν αρχαιότητες στην ευρύτερη περιοχή; Η απάντηση είναι απλή. Σωστικές ανασκαφές, που έχουν διεξαχθεί στο παρελθόν από την αρχαιολογική υπηρεσία, έχουν φέρει στο φως κινητά κι ακίνητα μνημεία με πιο πρόσφατη την εύρεση νεκροταφείου στις ανασκαφές, που έγιναν για το τραμ. Αλλά και παλαιότερα η έρευνα έφερε τόσα και επαρκή στοιχεία, ώστε η χερσόνησος του Αγ. Κοσμά, ήδη από το 1957, να έχει κηρυχθεί αρχαιολογικός χώρος.

Αναμένεται να βρεθούν κι άλλα αρχαία, όταν θα ξεκινήσουν οι εκσκαφές για το έργο; Οι ήδη υπάρχουσες αρχαιότητες αλλά και η εμπειρία συνηγορούν στην υπόθεση, ότι θα υπάρξουν εγκείμενες αρχαιότητες στην περιοχή. Δεν χρειάζεται να έχει σπουδάσει κανείς αρχαιολογία για να αποδεχτεί το αυτονόητο: εκσκαφές σε έκταση χιλιάδων στρεμμάτων στην Αττική αρχαία θα βρουν κι όχι κάρβουνο.

Έχοντας αυτά κατά νου η συζήτηση μπορεί να προχωρήσει λίγο περισσότερο. Υπάρχει νομοθετική πρόβλεψη για την προστασία των αρχαιοτήτων, που προκύπτουν κατά τη φάση εκτέλεσης δημόσιων και ιδιωτικών έργων; Η απάντηση κι εδώ προκύπτει αβίαστα. Υπάρχει και πυρήνας της είναι ο Ν. 3028/2002. Στον συγκεκριμένο Νόμο σε απλά ελληνικά προβλέπεται, ότι οπουδήποτε πρόκειται να εφαρμοστεί χωρικός σχεδιασμός και υπάρχουν στοιχεία για την ύπαρξη αρχαιοτήτων και δεν έχουν κηρυχθεί αρχαιολογικοί χώροι, η Πολιτεία είναι υποχρεωμένη να προχωρήσει στην οριοθέτησή τους.

Σ’ αυτό το σημείο ανακύπτει και μια άλλη διάσταση του ζητήματος, γιατί το θέμα δεν είναι απλά νομικό. Τότε τα πράγματα μπορεί να ήταν κι εύκολα. Επίσης η συζήτηση δεν έχει να κάνει με τις πιθανές συμφωνίες ή διαφωνίες ειδικών επιστημόνων για τη σημασία και την ερμηνεία των ευρημάτων. Δεν έχουμε να κάνουμε με έναν διάλογο, που αποκτά ακαδημαϊκά χαρακτηριστικά, ούτε ίσως με την ιδεολογική χρήση μιας ανασκαφής. Πιο πρόσφατο παράδειγμα το μνημείο της Αμφίπολης, όπου το εύρημα υποδουλώθηκε στις ανάγκες της καιροσκοπικής πολιτικής εκμετάλλευσής του.

Πρέπει να δούμε το πιο σημαντικό, σε μια χώρα όπως η Ελλάδα το πλουσιότατο πολιτιστικό παρελθόν μπορεί να συνδέεται με την ανάπτυξη; Τα μνημεία ορατά και μέλλοντα να αποκαλυφθούν αποτελούν έναν από τους αναπτυξιακούς πόλους για την μεταμνημονιακή Ελλάδα ή είναι ανυπέρβλητο εμπόδιο κι άρα τσιμέντο να γίνουν; Συζήτηση σύνθετη, πολυεπίπεδη, σε σπαργανώδη μορφή  σήμερα, στην οποία αναμφισβήτητα δεν χωρούν ο λαϊκισμός και η δημαγωγία, που δυστυχώς στην περίπτωση του Ελληνικού περισσεύουν.

Νομίζω, ότι σκοπίμως ορισμένοι θολώνουν τα νερά, όταν υποστηρίζουν, ότι οι αρχαιολόγοι θέλουν να κηρύξουν αρχαιολογικό χώρο όλο το Ελληνικό, χωρίς να εξηγούν, τι ακριβώς σημαίνει η κήρυξη αρχαιολογικού χώρου.

Θα το επαναλάβουμε ακόμα μία φορά. Είναι διαφορετικό πράγμα η κήρυξη αρχαιολογικού χώρου και διαφορετικό πράγμα η θεσμοθέτηση ζωνών προστασίας για την προστασία των μνημείων. Στην πρώτη περίπτωση δεν υπάρχουν περιορισμοί δόμησης και όροι χρήσης, άρα το οποιοδήποτε οικοδομικό – επενδυτικό πρόγραμμα υλοποιείται ανεμπόδιστα με ένα και μόνο όρο: την επίβλεψη των εκσκαφών από την αρμόδια υπηρεσία του ΥΠΠΟΑ (δηλ. την έχουσα χωρική ευθύνη Εφορεία Αρχαιοτήτων), ώστε αν προκύψουν αρχαιότητες να ακολουθήσει, όπως γίνεται πάγια, η ανασκαφική έρευνα. Στην δεύτερη περίπτωση, όταν υπάρχουν ή βρεθούν αρχαιότητες μετά από συγκεκριμένη διαδικασία μπορούν να θεσπιστούν ζώνες προστασίας με περιορισμούς δόμησης και όρους χρήσης.

Σήμερα στην περίπτωση του Ελληνικού τα πράγματα είναι ξεκάθαρα. Δεν υπάρχει πρόταση για θέσπιση ζωνών προστασίας στο ΚΑΣ, παρά μόνο κήρυξη. Θα μπορούσε κανείς να προχωρήσει ένα βήμα παρά πέρα.  Υπάρχει και η λύση της προσωρινής οριοθέτησης αρχαιολογικού χώρου, σύμφωνα με τον Ν. 3028/2002.

Καθαρή λύση λοιπόν για καθαρό οικόπεδο δεν μπορεί παρά να είναι εκείνη, που σέβεται τη νομιμότητα, αναγνωρίζει, ότι η προστασία και ανάδειξη των μνημείων αποτελεί υποχρέωση της Πολιτείας, δεν αφήνει τα πάντα βορά στα μονίμως αδηφάγα εργολαβικά συμφέροντα. Η υποταγή στο κοντόθωρο διακινδυνεύει το μέλλον της επένδυσης, καθώς είναι βέβαιο, ότι η υπόθεση θα κριθεί στις δικαστικές αίθουσες, με προφανή συνέπεια την καθυστέρηση στην έναρξη της επένδυσης κι ανοίγει τον επικίνδυνο δρόμο για να υπάρχουν συνεχώς στο μέλλον αιτήματα εξαιρέσεων με ανυπολόγιστη βλάβη στον πολιτιστικό μας πλούτο.

Μέχρι σήμερα μικρά και μεγάλα ιδιωτικά και δημόσια έργα από την ανέγερση μιας οικοδομής μέχρι τους μεγάλους οδικούς άξονες, τα ολυμπιακά έργα, το Μετρό σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη και τόσα άλλα κατασκευάστηκαν και λειτουργούν με παραλλαγές πάνω σ’ αυτό τον καμβά. Το Ελληνικό δεν μπορεί και δεν πρέπει να αποτελέσει εξαίρεση

Σε παλιότερες εποχές οι αρχαιολόγοι διαμαρτυρόμασταν γιατί ακούγαμε τη μνημειώδη φράση «σκάσε και σκάβε». Είναι τραγικό σήμερα να περάσουμε στην παραλλαγή της: «σκάσε και μην σκάβεις».

*ο Δέδες Λιώνης είναι αρχαιολόγος μέλος του Γενικού Συμβουλίου της ΑΔΕΔΥ