Το τελευταίο διάστημα πολλοί κι από διάφορους χώρους της δημόσιας σφαίρας ασχολήθηκαν με την υπόθεση του Ελληνικού. Ακούστηκαν απόψεις από ειδικούς και μη ειδικούς, τόσο πριν όσο και μετά την τελευταία συνεδρίαση του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου, με την έκδοση της σχετικής γνωμοδότησης για την κήρυξη αρχαιολογικού χώρου και την έγκριση ΣΟΑ και ΣΜΠΕ της επένδυσης.
Αυτή η συζήτηση ήταν και είναι εξόχως διδακτική. Δεν απέδειξε  μόνο με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο, τη γύμνια όλων όσοι επιχειρηματολόγησαν υπέρ των άνευ ορίων επενδύσεων, επιβεβαίωσε μια γνωστή, σε λίγους δυστυχώς, αλήθεια. Η διαχείριση της αρχαίας και νεότερης πολιτιστικής κληρονομιάς δεν είναι αποκλειστικά το πεδίο και δεν θα μπορούσε να είναι, όπου αντιπαρατίθενται αποκλειστικά οι ειδικοί, αλλά έχει χαρακτηριστικά που ξεπερνούν αυτή τη σφαίρα. Ο δημόσιος χαρακτήρας των μνημείων, η οικονομική υπόβαση της διαχείρισης, η κοινωνική αποδοχή, ο σχεδιασμός και η εφαρμογή πολιτιστικών πολιτικών είναι ορισμένα από αυτά. Πολύ περισσότερο, όταν ανοίγει η συζήτηση για μεγάλες επενδύσεις ή όταν υπάρχουν συνθήκες σαν αυτές, που επικρατούν σε μια χώρα όπως η Ελλάδα, που πασχίζει να βρει τον βηματισμό της.

Κατέπεσαν επιχειρήματα

Υπάρχουν και μικρότερα κέρδη, όπως για παράδειγμα η διασαφήνιση σε ευρύτερα κοινά τεχνικών όρων, που συγχέονταν για δεκαετίες ηθελημένα ή αθέλητα. Για παράδειγμα, με αφορμή την υπόθεση του Ελληνικού, κανείς στο δημόσιο λόγο δεν δικαιούται πλέον να μπερδεύει την κήρυξη μιας περιοχής ως αρχαιολογικού χώρου χωρίς περιορισμούς δόμησης και όρους χρήσης, όπως συμβαίνει στην περίπτωση του Ελληνικού, με την θέσπιση ζωνών προστασίας. Πρόκειται για δύο διαφορετικές περιπτώσεις, όπου στην μεν πρώτη ουσιαστικά στην πρόοδο ενός έργου υπάρχει προληπτικός έλεγχος εκσκαφών, όπως πρέπει να συμβαίνει για την προστασία των εγκείμενων αρχαιοτήτων σε οποιοδήποτε έργο, στη δε δεύτερη περίπτωση υπάρχουν συγκεκριμένοι όροι για τη δόμηση, τη μορφολογία των κτηρίων κλπ. Έχει γίνει πλέον εντελώς ξεκάθαρο, ότι για το επενδυτικό σχέδιο στο πρώην αεροδρόμιο, ισχύει το πρώτο.
Κατέπεσε όμως κι άλλο ένα επιχείρημα, που συνδέεται άμεσα κατά τη γνώμη μου με το νεοφιλελεύθερο αφήγημα και τη συνειδητή παραχάραξη και άρνηση της πραγματικότητας. Υποστήριξαν ορισμένοι, ότι δεν υπάρχουν ορατά μνημεία στο χώρο του Ελληνικού γιατί εκεί λειτουργούσε αεροδρόμιο. Η κήρυξη της χερσονησίδας του Αγ. Κοσμά ως αρχαιολογικού χώρου ήδη από το 1957, αλλά και τα ευρήματα από νεότερες σωστικές ανασκαφές (π.χ. οι 150 ταφές του α΄μισού του 5ου. αι. π.Χ. που ερευνήθηκαν στο σημερινό αμαξοστάσιο του τραμ), δίνουν μια πειστική απάντηση. Αλλά ας μην ψάχνουμε τόσο μακριά. Το μικρό μουσείο του Ελ. Βενιζέλος με ευρήματα από τις ανασκαφές, που έγιναν στο χώρο του νέου αεροδρομίου, πριν αυτό λειτουργήσει, εξηγούν επίσης, ότι αεροδρόμιο ή οποιαδήποτε άλλη χωρική χρήση δεν αποτελούν παράγοντες αποτρεπτικοί για την εύρεση αρχαιοτήτων, ειδικά σε τούτη τη γη.

Ή αρχαία ή επένδυση;

Υπήρξαν έντονες πιέσεις, για να παρακαμφθεί η αρχαιολογική νομοθεσία και το Σύνταγμα. Όσοι υποστήριξαν την άποψη «επένδυση και ξερό ψωμί», ουσιαστικά ζήταγαν από την Πολιτεία και το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο να καταργήσει το νόμο και να πορευτεί με λογικές κατάργησης της ισονομίας και δημιουργίας μιας ιδιότυπης Μπανανίας, μιας μη κανονικής χώρας τελικά. Ευτυχώς δεν ευοδώθηκαν αυτά τα σχέδια.
Στο δημόσιο διάλογο από τους ίδιους κύκλους του ακραίου νεοφιλελευθερισμού που ευαγγελίζεται ο κ. Μητσοτάκης και τα φιλικά προς αυτόν Μ.Μ.Ε. διακινήθηκε η  επικίνδυνη για τις αρχαιότητες άποψη, ότι η κήρυξη – οριοθέτηση αρχαιολογικού χώρου θα είναι εχθρική προς την επένδυση, το έργο θα σταματήσει πριν ξεκινήσει, δεν θα υπάρξουν θέσεις εργασίας και μια σειρά από άλλα τέτοια κινδυνολογικά επιχειρήματα. Οι ίδιοι βέβαια γνωρίζουν, ότι κανένα μεγάλο έργο δημόσιο ή ιδιωτικό δεν σταμάτησε ή ματαιώθηκε, επειδή βρέθηκαν αρχαία ή υπήρχε κηρυγμένος αρχαιολογικός χώρος. Τα παραδείγματα είναι πάμπολλα κι από το πρόσφατο παρελθόν. Το κτίριο της ΕΤΕ στην οδό Αιόλου, οι μεγάλοι οδικοί άξονες (Ατική Οδός, Ιονία, Εγνατία), το αεροδρόμιο Ελ. Βενιζέλος, το μετρό σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη. Ειδικά στην περίπτωση της Θεσσαλονίκης είναι οι ίδιοι κύκλοι της διαπλοκής πολιτικών και επιχειρηματικών συμφερόντων, που ενώ εξηγούσαν, ότι δεν υπήρχε τεχνική λύση για να διατηρηθεί κατά χώραν το λαμπρό βυζαντινό σταυροδρόμι στο σταθμό Βενιζέλου, τελικά υπαναχώρησαν και αποδέχτηκαν τη λύση, που ευθύς εξαρχής είχε υποδειχθεί. Επίσης, πρέπει να πληροφορηθούν, αν δεν το γνωρίζουν, ότι το κέντρο της Αθήνας είναι κηρυγμένος αρχαιολογικός χώρος και δεν μπορεί κανείς που είναι στα σύγκαλά του, να το θεωρήσει υπόδειγμα αδόμητης περιοχής.
Παρατηρώντας λοιπόν την ξεροκέφαλη πραγματικότητα έχουμε την πραγματολογική και αιτιολογική βάση  να θεωρήσουμε ότι τα μνημεία, όχι μόνο δεν αποτελούν τροχοπέδη κι εμπόδιο για την ανάπτυξη, αλλά συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Αποτελούν συστατικό στοιχείο μιας αναπτυξιακής πολιτικής, που θα έχει στο κέντρο τον άνθρωπο και θα σέβεται το πολιτιστικό και φυσικό περιβάλλον.

Κοινωνικά προσανατολισμένη πολιτιστική διαχείριση

Αδιαμφισβήτητα η πολιτιστική κληρονομιά σε χώρες όπως η Ελλάδα συνεισφέρει στην μεγέθυνση του ΑΕΠ. Το κύριο επίδικο δεν είναι να επιβεβαιώσουμε το αυτονόητο. Με αφορμή την υπόθεση του Ελληνικού, θα πρέπει επιτέλους να συζητήσουμε σοβαρά με ποιους τρόπους και ποιες μεθόδους, θα μπορέσουμε επιτέλους να ξεφύγουμε από τις άναρθρες κραυγές και πως θα αντιληφθούμε το απλό: ο πολιτιστικός πλούτος μπορεί να έχει και σημαντικά οικονομικά ωφελήματα, καθώς μόνο προστιθέμενη αξία προσφέρει. Είναι ευκαιρία να εξετάσουμε τις αναπτυξιακές προοπτικές στο πεδίο του πολιτισμού, όχι με την παλαιολιθική αντίληψη «live your myth in Greece” (Ζήσε το μύθο σου στην Ελλάδα), αλλά μιας κοινωνικά προσανατολισμένης πολιτιστικής διαχείρισης. Η αλήθεια είναι, ότι σ’ αυτό τον τομέα έχουμε πολλή δουλειά να κάνουμε, πολλά στερεότυπα της παλιάς αντίληψης να σπάσουμε, σε πολλές ακραία συντηρητικές απόψεις να αντιπαρατεθούμε.
Θα μπορούσε κανείς να σκεφτεί με αφορμή την υπόθεση του Ελληνικού, ότι η προσπάθεια να ακυρωθούν ταυτοτικά στοιχεία αυτού του τόπου και των ανθρώπων του, όπως η αρχαία και νεότερη πολιτιστική κληρονομιά, η δηλωμένη πρόθεση να εξαρθρωθεί η νομιμότητα, η άνευ όρων παράδοση σε ένα θολό αναπτυξιακό μοντέλο μόνο προβλήματα δημιουργεί και δεν δίνει λύσεις, για τις οποίες υποτίθεται ότι κόπτονται, όσοι υποστηρίζουν αυτή την αντίληψη.
Αντίθετα με την πρόσφατη γνωμοδότηση του ΚΑΣ ανοίγει ο δρόμος για να γίνει επιτέλους η σοβαρή συζήτηση για τη σχέση πολιτιστικής κληρονομιάς κι επενδύσεων, ευρύτερα να καταλάβουμε όλοι, ότι οι επενδύσεις μπορούν να γίνονται με ευλαβική όμως τήρηση της νομιμότητας κι απόλυτο σεβασμό στα επιστημονικά δεδομένα. Στο Ελληνικό δεν κέρδισε μια επιστημονική – επαγγελματική συντεχνία, όπως θέλουν ορισμένοι να παρουσιάζουν τους έλληνες αρχαιολόγους,  αντήχησε δυνατά η λογική, η νομιμότητα, τα λόγια του Μακρυγιάννη όταν καλούσε τους συμπολεμιστές του και δέκα χιλιάδες τάλαρα να τους δώσουν να μην καταδεχτούν να πουλήσουν «δυο αγάλματα περίφημα».

Δέδες Λιώνης, 
αρχαιολόγος στο υπουργείο Πολιτισμού, μέλος του Γενικού Συμβουλίου
της ΑΔΕΔΥ

ΠΗΓΗ:epohi.gr