Nεοφιλελευθερισμός. Βάζει τις αγορές πάνω από τα κράτη και τις κυβερνήσεις, τα οικονομικά κίνητρα πάνω από τα κοινωνικά ή πολιτιστικά κίνητρα και την ιδιωτική επιχειρηματικότητα πάνω από την συλλογική δράση.

Ως όρος χρησιμοποιήθηκε για να περιγράψει ένα πολύ ευρύ φάσμα πολιτικών – από τον δικτάτορα Αουγκούστο Πινοσέτ έως την Μάργκαρετ Θάτσερ και τον Ρόναλντ Ρίγκαν, από τους Δημοκρατικούς του Κλίντον έως τους Νέους Εργατικούς της Βρετανίας (που θεωρήθηκαν μια προσαρμοσμένη εκδοχή του θατσερισμού – αργότερα εισήλθε ο όρος μπλερισμός από τον Τόνι Μπλερ που ηγήθηκε των Εργατικών) έως το οικονομικό άνοιγμα στην Κίνα και τη μεταρρύθμιση του κράτους πρόνοιας στη Σουηδία.

Ο όρος χρησιμοποιείται σχεδόν για οποιαδήποτε πολιτική περιέχει απορρύθμιση, απελευθέρωση, ιδιωτικοποίηση και δημοσιονομική λιτότητα. Σήμερα αποτελεί την πηγή των ιδεών και των πρακτικών που έχουν προκαλέσει την οικονομική ανασφάλεια και ανισότητα και την απώλεια των πολιτικών αξιών και ιδανικών που προκάλεσε, μεταξύ άλλων και την άνοδο του λαϊκισμού.

Το σήμερα είναι η κατεξοχήν εποχή του νεοφιλελευθερισμού. Αλλά ποιοι είναι οι υποστηρικτές του νεοφιλελευθερισμού και οι προπαγανδιστές του νεοφιλελευθερισμού – οι ίδιοι οι νεοφιλελεύθεροι; Όπως αναφέρει σε ανάλυσή του, ο Guardian, πρέπει να πάει κανείς αρκετά χρόνια πίσω για να βρει κάποιον που να ασπάζεται ρητά τον νεοφιλελευθερισμό. Το 1982, ο Τσαρλς Πέτερς, συντάκτης του πολιτικού περιοδικού Washington Monthly, δημοσίευσε ένα δοκίμιο με τίτλο «Το Μανιφέστο ενός Νεοφιλελεύθερου». Είναι ένα ενδιαφέρον κείμενο για να διαβάσει κανείς 35 χρόνια αργότερα, καθώς ο νεοφιλελευθερισμός που περιγράφει έχει μικρές ομοιότητες με τον σημερινό. Τα πολιτικά ονόματα που επικαλείται ο Πέτερς ως παραδείγματα δεν είναι αυτά της Θάτσερ και του Ρίγκαν αλλά μάλλον κάποιοι φιλελεύθεροι – με την αμερικανική έννοια του όρου – οι οποίοι είχαν απογοητευτεί από τα συνδικάτα και την μεγάλη κυβέρνηση και απέβαλαν τις προκαταλήψεις τους έναντι των αγορών και του στρατού.

Η χρήση του όρου «νεοφιλελεύθερος» άρχισε να χρησιμοποιείται ευρέως στη δεκαετία του 1990, όταν συνδέθηκε στενά με δυο εξελίξεις, καμία από τις οποίες δεν αναφέρεται στο άρθρο του Πέτερς. Η μία από αυτές τις εξελίξεις ήταν η οικονομική απορρύθμιση, η οποία κορυφώθηκε με την οικονομική κρίση του 2008 και με την επί μακρόν κατάρρευση του ευρώ. Η δεύτερη εξέλιξη ήταν η οικονομική παγκοσμιοποίηση, η οποία επιταχύνθηκε χάρη στις ελεύθερες ροές χρηματοδότησης και της νέας μορφής των εμπορικών συμφωνιών. Αυτές οι δυο εξελίξεις είναι και οι πιο εμφανείς εκδηλώσεις του νεοφιλελευθερισμού σήμερα.

Το γεγονός ότι αυτός ο νεοφιλελευθερισμός είναι μια μεταβαλλόμενη έννοια που δεν εκπροσωπείται ρητά από ένα και μοναδικό λόμπι, δεν σημαίνει ότι δεν είναι πραγματικός. Ποιος μπορεί να αρνηθεί ότι ο κόσμος έχει βιώσει μια αποφασιστική στροφή προς τις αγορές από τη δεκαετία του 1980; Ή ότι οι Δημοκρατικοί στις ΗΠΑ και οι σοσιαλιστές και οι σοσιαλδημοκράτες στην Ευρώπη υιοθέτησαν με ενθουσιασμό μερικά από τα κεντρικά πιστεύω του θατσερισμού και του ριγκανισμού, όπως η απορύθμιση, οι ιδιωτικοποιήσεις, η απελευθέρωση της οικονομίας και η ατομική επιχειρηματικότητα; Μεγάλο μέρος της σύγχρονης πολιτικής συζήτησης παραμένει μπολιασμένη και στηρίζεται στην έννοια του homo economicus, του απόλυτα ορθολογικού ανθρώπου, που βρίσκεται στο επίκεντρο πολλών θεωριών, και ο οποίος πάντα επιδιώκει το δικό του συμφέρον.

Αυτή η διάχυση ή η χαλαρότητα του όρου του νεοφιλελευθερισμού συχνά οδηγεί στο να χάνει η κριτική το στόχο της. Αυτό εν πολλοίς συμβαίνει, σύμφωνα με το άρθρο του Guardian, γιατί οι οικονομολόγοι μελετούν μια κοινωνική πραγματικότητα που δεν είναι σύμφωνη με το φυσικό σύμπαν. Είναι απόλυτα ανθρωπογενής, εξαιρετικά εύπλαστη και λειτουργεί με διαφορετικούς κανόνες στο χρόνο και το χώρο. Η οικονομία προχωρά όχι με την επιλογή του σωστού μοντέλου ή της σωστής θεωρίας για να απαντηθούν συγκεκριμένες ερωτήσεις αλλά με τη βελτίωση της κατανόησης της ποικιλομορφίας των αιτιακών σχέσεων. Ο νεοφιλελευθερισμός και τα συνήθη διορθωτικά μέτρα του – πάντα περισσότερη αγορά και λιγότερο κράτος – είναι στην πραγματικότητα μια διαστροφή των βασικών οικονομικών. Οι καλοί οικονομολόγοι γνωρίζουν ότι η σωστή απάντηση σε κάθε ερώτημα στα οικονομικά είναι: εξαρτάται.

Για παράδειγμα: η αύξηση του κατώτατου μισθού μειώνει την απασχόληση; Ναι, αλλά μόνο στην περίπτωση που η οικονομία είναι πραγματικά ανταγωνιστική και οι εργοδότες δεν έχουν κανένα έλεγχο επί των μισθών που πρέπει να πληρώσουν για να προσελκύσουν εργαζόμενους. Σε διαφορετική περίπτωση όχι. Η απελευθέρωση του εμπορίου αυξάνει την οικονομική ανάπτυξη; Ναι αν αυξάνει την κερδοφορία των βιομηχανιών όπου λαμβάνει χώρα ο μεγαλύτερος όγκος των επενδύσεων και της καινοτομίας, αλλιώς όχι. Οι κυβερνητικές δαπάνες αυξάνουν την απασχόληση; Ναι, αν υπάρχει χαλάρωση της οικονομίας και οι μισθοί δεν αυξάνονται, αλλιώς όχι. Το μονοπώλιο βλάπτει την καινοτομία; Και ναι και όχι, ανάλογα με τις συνθήκες που επικρατούν στην αγορά.

Στην οικονομία τα νέα μοντέλα σπάνια αντικαθιστούν τα παλαιότερα. Το βασικό μοντέλο της ανταγωνιστικής αγοράς που χρονολογείται από τον Άνταμ Σμιθ, τροποποιήθηκε και εμπλουτίστηκε με την πάροδο του χρόνου, αλλά τα παλαιότερα μοντέλα παραμένουν τόσο χρήσιμα, όσο ποτέ. Η κατανόηση του τρόπου λειτουργίας των πραγματικών αγορών απαιτεί διαφορετική οπτική σε διαφορετικές χρονικές στιγμές.

Το παράδειγμα ενός χάρτη είναι αναλογικό. Ακριβώς όπως τα οικονομικά μοντέλα, οι χάρτες δημιουργούνται αναπαριστώντας μια πραγματικότητα. Και ακριβώς γι’ αυτό είναι χρήσιμοι. Αλλά φυσικά χρειαζόμαστε διαφορετικό χάρτη ανάλογα με το ταξίδι ή τη διαδρομή που θα κάνουμε. Αν ταξιδεύουμε με ποδήλατο, χρειαζόμαστε ένα χάρτη για ποδηλατόδρομους, αν πηγαίνουμε με τα πόδια, θα χρειαστούμε έναν χάρτη με μονοπάτια. Αν κατασκευαστεί μια νέα γραμμή του μετρό, θα χρειαστούμε έναν νέο χάρτη του μετρό, αλλά δεν θα καταργήσουμε τους παλαιότερους χάρτες.

Οι οικονομολόγοι τείνουν να είναι πολύ καλοί στο να φτιάχνουν «χάρτες» αλλά όχι αρκετά ικανοί στο να επιλέγουν τον σωστό για κάθε κατάσταση ή περίοδο. Επίσης έχει ενταχθεί στην κουλτούρα του επαγγέλματος των – περισσότερων – οικονομολόγων η ανάγκη του θωρακισμού της «βασίλισσας» αγοράς από την επίθεση των «βαρβάρων» που ενδιαφέρονται μόνο για τον εαυτό τους, δηλαδή τους υπέρμαχους του προστατευτισμού. Δυστυχώς, αυτοί οι οικονομολόγοι συνήθως αγνοούν τους «βαρβάρους» της άλλης πλευράς, δηλαδή το κεφάλαιο και τις πολυεθνικές εταιρείες, των οποίων τα κίνητρα δεν είναι καθαρότερα και οι οποίοι είναι περισσότερο από έτοιμοι να χρησιμοποιήσουν τις ιδέες τους για το δικό τους όφελος.

Ως αποτέλεσμα, η συνεισφορά των οικονομολόγων στο δημόσιο διάλογο είναι συχνά προκατειλημμένη προς μία κατεύθυνση, προς όφελος του εμπορίου, του κεφαλαίου και του  λιγότερου κράτους. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο οι οικονομολόγοι έχουν καταλήξει να έχουν τη φήμη των χειροκροτητών του νεοφιλελευθερισμού, ακόμη κι αν οι σημερινές mainstream οικονομίες απέχουν πολύ από το δόγμα laissez-faire της ελεύθερης αγοράς.

Οι υπερασπιστές του υπάρχοντος οικονομικού συστήματος πάντα επισημαίνουν τα επιτυχημένα οικονομικά παραδείγματα – των χωρών που η οικονομία τους βρίσκεται σε μεγάλη ανάπτυξη, όπως η Κίνα ή η Ιαπωνία – κάθε φορά που η παγκοσμιοποίηση τίθεται υπό αμφισβήτηση. Αυτό όμως που δεν λένε είναι ότι όλες αυτές οι χώρες εντάχθηκαν στο παγκόσμιο οικονομικό σύστημα παραβιάζοντας το νεοφιλελεύθερο δόγμα.

Η Νότια Κορέα και η Ταϊβάν, για παράδειγμα, επιδοτούσαν σε μεγάλο βαθμό τις εξαγωγές τους, η πρώτη μέσω χρηματοπιστωτικού συστήματος και η δεύτερη μέσω φορολογικών κινήτρων. Όλες οι χώρες τελικά κατήργησαν τους περισσότερους περιορισμούς στις εισαγωγές τους αρκετό καιρό μετά την έναρξη της ανάπτυξης. Αλλά καμία, με μόνη εξαίρεση τη Χιλή του Πινοσέτ στη δεκαετία του 1980, δεν ακολούθησε τη νεοφιλελεύθερη συνταγή για γρήγορο άνοιγμα στις εισαγωγές. Το νεοφιλελεύθερο πείραμα της Χιλής προκάλεσε τελικά τη χειρότερη οικονομική κρίση σε ολόκληρη τη Λατινική Αμερική. Παρόλο που οι λεπτομέρειες διαφέρουν από χώρα σε χώρα, οι περισσότερες κυβερνήσεις διαδραμάτισαν ενεργό ρόλο στην αναδιάρθρωση της οικονομίας και την ρύθμισή της σε σχέση με το εξωτερικό ασταθές περιβάλλον, χρησιμοποιώντας τις απαγορευμένες στο εγχειρίδιο του νεοφιλελευθερισμού πολιτικές, όπως περιορισμούς στις ροές κεφαλαίων και ελέγχους στα συναλλάγματα.

Αντίθετα, χώρες οι οποίες χρησιμοποίησαν καθαρά το νεοφιλελεύθερο μοντέλο της παγκοσμιοποίησης απογοητεύτηκαν οικτρά. Το Μεξικό είναι ένα θλιβερό παράδειγμα. Μετά από μια σειρά μακροοικονομικών κρίσεων στα μέσα της δεκαετίας του ’90, το Μεξικό αγκάλιασε τη μακροοικονομική ορθοδοξία, απελευθέρωσε σε μεγάλο βαθμό την οικονομία του, τροφοδότησε το χρηματοπιστωτικό σύστημα, μείωσε σημαντικά τους περιορισμούς στις εισαγωγές και υπέγραψε τη Βορειοαμερικανική Συμφωνία Ελεύθερων Συναλλαγών (NAFTA). Αυτές οι πολιτικές απέδωσαν μια μακροοικονομική σταθερότητα και μια σημαντική αύξηση του εξωτερικού εμπορίου και των εσωτερικών επενδύσεων. Αλλά εκεί που πραγματικά μετράει, δηλαδή στην συνολική παραγωγικότητα και την οικονομική ανάπτυξη, το πείραμα απέτυχε. Από τότε που πραγματοποιήθηκαν οι μεταρρυθμίσεις, η συνολική παραγωγικότητα στο Μεξικό έμεινε στάσιμη και η οικονομία κινείται κάτω και από τα χαμηλά επίπεδα της Λατινικής Αμερικής.

Αυτά τα αποτελέσματα δεν αποτελούν έκπληξη ειδωμένα από την άποψη της υγιούς οικονομίας. Πρόκειται για ένα ακόμη σημάδι ότι οι οικονομικές πολιτικές πρέπει να προσαρμόζονται ώστε να αντιμετωπίζουν τις αποτυχίες στις οποίες οι αγορές είναι επιρρεπείς και να προσαρμόζονται επίσης στις ιδιαίτερες συνθήκες κάθε χώρας. Δεν υπάρχει ένα ενιαίο σχέδιο.

Οι επικριτές του νεοφιλελευθερισμού επισημαίνουν ότι αυτή η έμφαση στην οικονομία υπονομεύει και θυσιάζει άλλες σημαντικές αξίες όπως η ισότητα, η κοινωνική ένταξη, η δημοκρατία και η δικαιοσύνη. Αυτοί οι πολιτικοί και κοινωνικοί στόχοι προφανώς έχουν τεράστια σημασία και σε κάποιες περιπτώσεις έχουν τη μεγαλύτερη σημασία. Κι αυτοί δεν μπορούν να επιτευχθούν μέσω τεχνοκρατικών οικονομικών πολιτικών. Η πολιτική πρέπει να διαδραματίζει κεντρικό ρόλο.

Οι νεοφιλελεύθεροι δεν κάνουν λάθος επειδή υποστηρίζουν ότι τα πιο σημαντικά ιδανικά είναι πιθανότερο να επιτευχθούν όταν η οικονομία είναι ζωντανή, ισχυρή και αναπτυσσόμενη. Κάνουν λάθος επειδή πιστεύουν ότι υπάρχει μια μοναδική και καθολική συνταγή για την βελτίωση της οικονομικής απόδοσης, στην οποία εκείνοι έχουν την πρόσβαση. Το θανατηφόρο ελάττωμα του νεοφιλελευθερισμού είναι ότι δεν διαβάζει σωστά την οικονομία. Πρέπει να απορριφθεί με τους ίδιους, τους δικούς του όρους, για τον απλό λόγο ότι είναι κακός για την οικονομία. 

ΠΗΓΗ: tvxs.gr