Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 325, 329, 353 και 656 Α.Κ., ο εργαζόμενος έχει το δικαίωμα να αρνηθεί να εκτελέσει την εργασία που έχει συμφωνήσει μαζί του, (επίσχεση εργασίας) για να εξασφαλίσει την ικανοποίηση ληξιπρόθεσμων αξιώσεών του και ιδιαίτερα την καταβολή σε αυτόν των οφειλομένων αποδοχών ή την εκπλήρωση άλλου ουσιώδους όρου της εργασιακής σύμβασης, χωρίς η ενέργειά του αυτή να συνιστά οικειοθελή αποχώρησή του από την εργασία του. (Α.Π. 373/2010)
Το δικαίωμα της επισχέσεως κατ΄ αρχήν ασκείται ατύπως, με μονομερή δήλωση του μισθωτού, η οποία είναι έγγραφη ή προφορική και απευθύνεται στον εργοδότη(Εφ. Αθ. 43/1996, Εφ. Θεσσ. 611/1995, Εφ. Αθ. 1497/1978). Για να είναι όμως η περί αυτού δήλωση πλήρης και να επιφέρει τα έννομά της αποτελέσματα, πρέπει να είναι σαφής και να συναρτάται ρητώς προς ληξιπρόθεσμη υποχρέωση του υπερήμερου εργοδότη που να απορρέει από έγκυρη εργασιακή σύμβαση (Μ.Π.Θ. 15387/2011, Εφ. Αθηνών 43/1996).
Στην περίπτωση αυτή παρότι ο εργαζόμενος παύει να παρέχει την εργασία του δεν καθίσταται υπερήμερος σε αντίθεση με τον εργοδότη του, ο οποίος θεωρείται ότι βρίσκεται σε υπερημερία για όσο χρονικό διάστημα δεν εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του έναντι του εργαζομένου.
Το δικαίωμα της επίσχεσης δεν πρέπει να ασκείται καταχρηστικά, δηλαδή η άσκησή του δεν πρέπει να υπερβαίνει, κατά το άρθρο 281 Α.Κ. τα όρια της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού του δικαιώματος (Μ. Π. Αθηνών 51/2012, Α.Π. 197/1995, Ολ. Α.Π. 32/1988, Α.Π. 1264/1986). Διαφορετικά, η άσκησή του είναι καταχρηστική και ως τέτοια είναι παράνομη και δεν παράγει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, δηλαδή δεν καθιστά υπερήμερο τον εργοδότη. Ως καταχρηστικώς δε ασκούμενο, θεωρείται το δικαίωμα επισχέσεως της εργασίας του μισθωτού και όταν, μεταξύ άλλων, δεν υπάρχει χρονικά αξιόλογη καθυστέρηση της εκπληρώσεως των υποχρεώσεων του εργοδότη (όπως της πληρωμής των ληξιπρόθεσμων μισθών), ή όταν η καθυστέρηση δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του εργοδότη, αλλά σε απρόβλεπτες περιστάσεις ή αντιξοότητες ή σε πρόσκαιρη δυσπραγία του ή σε εξαιρετικά δυσμενείς γι` αυτόν περιστάσεις, ή όταν η επίσχεση προξενεί δυσβάσταχτη και δυσανάλογη ζημία στον εργοδότη, σε σχέση με το σκοπούμενο αποτέλεσμα, ή όταν στρέφεται κατά αξιόπιστου και αξιόχρεου εργοδότη ή όταν αναφέρεται σε ασήμαντη αντιπαροχή του εργοδότη (Α.Π.1153/2009).
Πάντως, το αξιόλογο της καθυστέρησης πληρωμής των αποδοχών ή το δικαιολογημένο αυτής κρίνεται τελικά από το δικαστήριο της ουσίας και συναρτάται προς τις ιδιαίτερες συνθήκες κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης (Εφ. Θεσσ. 1130/1998), δηλαδή τις ατομικές, οικογενειακές και οικονομικές ανάγκες αυτού, σε σχέση προς το ύψος του καθυστερούμενου ποσού αποδοχών του και τους λόγους καθυστέρησης πληρωμής τους. Συνεκτιμάται επίσης το μέγεθος της ζημίας που υφίσταται ο εργοδότης από την άσκηση του πιο πάνω εργασιακού δικαιώματος, καθώς και ο χρόνος που αυτό ασκείται (Μ.Π.Θ. 15387/2011).
Εφόσον η επίσχεση είναι έγκυρη, τότε κατά το χρόνο που διαρκεί, ο μισθωτός δεν καθίσταται υπερήμερος ως προς την παροχή της εργασίας του, ενώ αντίθετα ο εργοδότης καθίσταται υπερήμερος ως προς την αποδοχή της εργασίας και συνεπώς οφείλει το μισθό του χρόνου της επισχέσεως χωρίς να απαιτείται πραγματική προσφορά της εργασίας (ΑΠ 1502/2010,ΑΠ 1153/2009,Εφ.Αθ. 5882/2007, ΑΠ 1209/1999, Εφ. Θες/κης 611/1995). Από τις διατάξεις δε των άρθρων 648, 649, 653 Α.Κ. και του άρθρου 1 της αριθμ. 95 Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας «περί προστασίας του ημερομισθίου», που κυρώθηκε με τον Ν. 3248/1955 (ΦΕΚ 138/Α΄/2-6-1955), προκύπτει ότι μισθός είναι κάθε παροχή, την οποία οφείλει ο εργοδότης κατά το νόμο ή τη σύμβαση στον εργαζόμενο ως αντάλλαγμα της εργασίας του, όχι μόνο η κύρια παροχή (βασικός μισθός) αλλά και κάθε άλλη καταβαλλόμενη σε αυτόν πρόσθετη παροχή (Γνωμ. Ν.Σ.Κ. 317/2010, Γνωμ. Ν.Σ.Κ. 38/2011).
Από το μισθό αυτό ο εργοδότης δικαιούται να αφαιρέσει τη χρηματική ωφέλεια που ο μισθωτός αποκόμισε αλλού κατά τη διάρκεια της επίσχεσης εργασίας. (Ειρ. Βόλου 447/1992, Μον. Πρωτ. Αθ. 1159/1994, ΑΠ 354/86, ΕΦ. Αθ. 9011/1996)
Η υπερημερία του εργοδότη δεν αίρεται αν ο εργαζόμενος κατά τη διάρκεια της υπερημερίας αυτής, χρησιμοποιώντας τον ελεύθερο χρόνο που προέκυψε από την απόκρουση των υπηρεσιών του, παρέχει την εργασία του σε άλλον εργοδότη. Η υπερημερία του εργοδότη παραμένει, δεδομένου ότι ο εργαζόμενος βρίσκεται σε ετοιμότητα να προσφέρει την εργασία του στον αρχικό εργοδότη. (Γ.Λεβέντη-Κ.Παπαδημητρίου: Ατομικό Εργατικό Δίκαιο, 2011, ΑΠ 1180/1999)
Όταν ο μισθωτός απέχει από την εργασία του, ύστερα από νόμιμη δήλωση ότι ασκεί το δικαίωμα της επίσχεσης, ο εργοδότης δεν έχει δικαίωμα να θεωρήσει λυμένη τη σύμβαση εργασίας (ΑΠ 1344/2014) και εφόσον αποκρούει την προσφορά των υπηρεσιών του εργαζομένου, χωρίς να προβαίνει σε νόμιμη καταγγελία της σύμβασης εργασίας καθίσταται υπερήμερος.(Μον.Πρωτ. Θεσ/κης 15387/2011, ΑΠ 1412/1986, Εφ. Θεσ/κης 611/1995).
Ο εργοδότης δικαιούται βεβαίως και ύστερα από νόμιμη άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας καταβάλλοντας τη νόμιμη αποζημίωση (ΑΠ 1412/1986), πλην όμως αν έτσι εκδικείται τον εργαζόμενο για την επίσχεση, η απόλυση είναι καταχρηστική (Εφ. Αθ. 11510/1989, Μον. Πρωτ. Ιωαν. 828/1984)
Όταν η επίσχεση εργασίας είναι άκυρη, ο μισθωτός καθίσταται υπερήμερος ως προς την παροχή της εργασίας, διότι απουσιάζει αδικαιολογήτως και συνεπώς δεν δικαιούται το μισθό, δύναται δε να θεωρηθεί και ότι κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας (Εφ. Θεσ/κης 81/2003, ΑΠ 1209/1999).
Σε κάθε περίπτωση, όπως προκύπτει και από το συνδυασμό των άρθ. 5§3 ν. 2112/1920, όπως συμπληρώθηκε με το άρθ. 3 ν. 4558/1930, και 173, 200 και 288 ΑΚ συνάγεται, ότι σε περίπτωση αποχής του μισθωτού από την εργασία του που δεν οφείλεται σε ασθένεια βραχείας διάρκειας ή λοχεία ή στην κατά το ν. 3514/1928 στράτευσή του, αλλά σε άλλη αιτία, όπως σε επίσχεση της εργασίας του, το δικαστήριο, εκτιμώντας γενικά τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η αποχή, την αιτία και την διάρκεια αυτής, καθώς και την υπαιτιότητα ή συνυπαιτιότητα του μισθωτού, κρίνει σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης και αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, αν η αποχή αυτή, κατά κρίση αντικειμενική, πρέπει να θεωρηθεί ως σιωπηρά δήλωση βούλησης του εργαζομένου να λύσει την σύμβαση εργασίας του, δηλ. ως σιωπηρά εκ μέρους του καταγγελία αυτής, με όλες τις δυσμενείς γι` αυτόν επιπτώσεις. Μόνη η αυθαίρετη απουσία από την εργασία του, η οποία συνιστά αντισυμβατική συμπεριφορά αυτού και παρέχει στον εργοδότη το δικαίωμα να καταγγείλει αυτός την σύμβαση εργασίας, δεν μπορεί να θεωρηθεί άνευ άλλου ως καταγγελία από τον εργαζόμενο, αλλά για να ισχύσει ως τέτοια θα πρέπει να συνοδεύεται και από άλλα περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει σαφώς η βούληση του εργαζομένου για την λύση της σύμβασης εργασίας. (ΑΠ 447/2015, ΑΠ 1342/2014, 1344/2014, 1303/2005)
(Εγγρ. Υπουργ. Εργασίας 198/10/06-02-2017)
Μανώλης Αμαργιωτάκης
Οικονομολόγος – Σύμβουλος Εργασιακών Σχέσεων

ΠΗΓΗ: www.ergasiaka-gr.net