Χωρίς αλλαγές θα κατατεθεί στη Βουλή, εκ νέου, πριν από τις 10 Ιανουαρίου, η διάταξη για την απεργία στα πρωτοβάθμια επιχειρησιακά σωματεία.

Μάλιστα, υπό το βάρος των αντιδράσεων που προκάλεσε η κατάθεση της επίμαχης διάταξης με τη μορφή τροπολογίας στο νομοσχέδιο του υπουργείου Ψηφιακής Πολιτικής και κυρίως η εσπευσμένη απόσυρσή της λίγο πριν από τα μεσάνυχτα της Δευτέρας, κύκλοι του υπουργείου Εργασίας δήλωναν πως οι διατάξεις της τροπολογίας θα κατατεθούν εκ νέου σε επόμενο σχέδιο νόμου, μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις, οι οποίες ωστόσο δεν θα αφορούν τον πυρήνα των προωθούμενων ρυθμίσεων και δη την κήρυξη απεργιακών κινητοποιήσεων από τα πρωτοβάθμια σωματεία.

Στόχος της κυβέρνησης είναι να δοθεί ο χρόνος για συζήτηση των αλλαγών στο Κοινοβούλιο, ώστε να μην υπάρχουν «προσχηματικές ενστάσεις» -όπως έλεγαν οι ίδιες πηγές- επί της διαδικασίας, από τα κόμματα της αντιπολίτευσης. Και επεσήμαιναν με νόημα ότι οι προωθούμενες παρεμβάσεις δεν αφορούν συνολικά την απεργία και δεν συρρικνώνουν το δικαίωμα των εργαζομένων σε αυτήν. Η αλλαγή αφορά μόνο τα πρωτοβάθμια επιχειρησιακά συνδικάτα, και μάλιστα όχι αυτά που έχουν πανελλαδική εμβέλεια.

Ειδικά για την απεργία, η διάταξη δεν αναμένεται να αλλάξει και θα προβλέπει πως για τη συζήτηση και λήψη απόφασης κήρυξης απεργίας απαιτείται η παρουσία τουλάχιστον του 1/2 των οικονομικά τακτοποιημένων μελών στα πρωτοβάθμια σωματεία. Στην πράξη, η αλλαγή αφορά το άρθρο 8 του συνδικαλιστικού νόμου 1264/1982, που προβλέπει πως για να ληφθεί απόφαση στις συνελεύσεις των Σωματείων απαιτείται η παρουσία τουλάχιστον του 1/3 των οικονομικά τακτοποιημένων μελών ή του 1/4 ή αργότερα του 1/5, αν δεν υπάρχει απαρτία. Μάλιστα, στις περιπτώσεις αυτές, της ακόμη χαμηλότερης απαρτίας, απαιτείται αυξημένο ποσοστό πλειοψηφίας για τη λήψη απόφασης.

Όπως μάλιστα επισημαίνει χαρακτηριστικά η υπουργός Εργασίας Έφη Αχτσιόγλου, σε πλήρη ισχύ παραμένει και το άρθρο 20 του συνδικαλιστικού νόμου, σύμφωνα με το οποίο η απεργία στις πρωτοβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις κηρύσσεται με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης. Για ολιγόωρες στάσεις εργασίας, εφόσον δεν πραγματοποιούνται την ίδια μέρα ή μέσα στην ίδια εβδομάδα, αρκεί απόφαση του διοικητικού συμβουλίου, εκτός αν το καταστατικό ορίζει διαφορετικά.

Στις περιπτώσεις πρωτοβάθμιων συνδικαλιστικών οργανώσεων ευρύτερης περιφέρειας ή πανελλαδικής έκτασης, η απεργία κηρύσσεται με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου, εκτός αν το καταστατικό ορίζει διαφορετικά. Η απεργία στις δευτεροβάθμιες και τριτοβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις κηρύσσεται με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου, εκτός αν το καταστατικό τους ορίζει διαφορετικά.

Στην πράξη, το υπουργείο Εργασίας ξεκαθαρίζει ότι σε περιπτώσεις σωματείων σε μεγάλες επιχειρήσεις με πολλά υποκαταστήματα ανά την Ελλάδα, όπως για παράδειγμα τράπεζες, σούπερ μάρκετ και πολυκαταστήματα, δεν επέρχεται κάποια αλλαγή. Η απόφαση για απεργία θα λαμβάνεται από το Διοικητικό Συμβούλιο του σωματείου και όχι από τη Γενική Συνέλευση των μελών του.

Μικρές νομοτεχνικές αλλαγές ενδέχεται να υπάρξουν, όταν η τροπολογία επαναπροωθηθεί στη Βουλή, στις διατάξεις που αφορούν την «αληθή έννοια» της υποχρέωσης του εργοδότη να καταβάλλει αποζημίωση για εργατικό ατύχημα, εφόσον με δικαστική απόφαση διαπιστώνεται ότι το ατύχημα οφείλεται σε δόλο του εργοδότη καθώς και την υποχρέωση των ιδιοκτητών ΚΤΕΛ και ιδιωτικών λεωφορείων να δηλώνουν τα στοιχεία στο σύστημα ΕΡΓΑΝΗ.

ΠΗΓΗ: dikaiologitika.gr