Στα όρια της απελπισίας βρίσκονται πλέον οι 16.500 συνταξιούχοι της Εθνικής Τράπεζας λόγω της απόφασης της διοίκησης της τράπεζας να αναστείλει την χρηματοδότηση του Λογαριασμού Επικούρησης (ΛΕΠΕΤΕ).

Την ίδια στιγμή μεγάλη αναστάτωση για την τύχη του συνταξιοδοτικού τους λογαριασμού επικρατεί και στις τάξεις των εργαζομένων της Εθνικής Τράπεζας, οι οποίοι ανησυχούν για το βασικό μέρος της σύνταξης που τους έχει απομείνει μετά τις περικοπές τόσο του 1ου όσο και του 2ου μνημονίου, ενώ ζουν και με την απειλή κατάρρευσης του Ταμείου Υγείας τους.
Υπ’ αυτές τις συνθήκες οι κινητοποιήσεις εργαζομένων και συνταξιούχων της Εθνικής Τράπεζας είναι πλέον συνεχείς και κλιμακούμενες. Ωστόσο, δεν λείπουν και τα εκατέρωθεν «πυρά», με αφορμή τη στρατηγική που επιλέγεται να υιοθετηθεί από την κάθε πλευρά, αλλά και την απόφαση να διανεμηθεί μέρος της επικουρικής παροχής, ύψους 1,8 εκατ. ευρώ, από τη συλλογή των εισφορών των εν ενεργεία εργαζομένων.
Η διοίκηση της τράπεζας, από την πλευρά της, εμμένει στην αδιάλλακτη στάση της, στερώντας τους αναγκαίους πόρους από ΛΕΠΕΤΕ και προκαλώντας τον αφανισμό του έπειτα από σχεδόν 70 χρόνια.

Παρέμβαση της κυβέρνησης

Προ του οριστικού αδιεξόδου, παρενέβη ουσιαστικά η κυβέρνηση μέσω του υφυπουργού Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Τάσου Πετρόπουλου, ο οποίος, μιλώντας στη Βουλή πριν από λίγες μέρες για τις επικουρικές συντάξεις των εργαζομένων της Εθνικής Τράπεζας, έστειλε αυστηρό μήνυμα προς τη διοίκηση της τράπεζας.
«Η Εθνική Τράπεζα οφείλει να συμπεριφερθεί υπεύθυνα και να τηρήσει τις υποχρεώσεις της», τόνισε ο κ. Πετρόπουλος, σημειώνοντας την υποχρέωση της τράπεζας «να διασφαλίσει τη λειτουργία του ΛΕΠΕΤΕ, ενός φορέα που λειτουργεί από το 1949». Ο υφυπουργός προειδοποίησε ότι «η κυβέρνηση δεν θα επιτρέψει κάτι διαφορετικό» και συμπλήρωσε ότι «εκεί που θα καταλήξει η διαπραγμάτευση, η κυβέρνηση θα δώσει την επικύρωσή της με έναν τρόπο υπεύθυνο και θα στηρίξει την υποστήριξη της σωστής λύσης του προβλήματος».
Σύμφωνα με την ομιλία του υφυπουργού στη Βουλή «η Εθνική Τράπεζα δεν μπορεί να συμπεριφέρεται με τον τρόπο που κάθε εργοδότης συμπεριφέρεται, αλλά με μεγαλύτερη ευθύνη, διότι η στάση της επηρεάζει την πορεία του μεγαλύτερου πιστωτικού ιδρύματος που είχε η χώρα. Επίσης, σηματοδοτεί γενικότερα μια στάση που οφείλουν να τηρούν, με ευθύνη και συνέπεια απέναντι στους εργαζόμενους, φορείς οι οποίοι στηρίχθηκαν στην εργασία αυτών των ανθρώπων από το 1949, που ιδρύθηκε ο λογαριασμός αυτός της επικουρικής σύνταξης. Με τα κεφάλαιά τους στήριξαν την ίδια την τράπεζα».
Απευθυνόμενος στου βουλευτές ο κ. Πετρόπουλος τόνισε ότι «με την έκθεση 334 του 2005 η Διεθνής Οργάνωση Εργασίας όρισε ως υποχρέωση της τράπεζας να επιλύσει το σχετικό θέμα -πέρασαν δεκατρία χρόνια από τότε- με τον τρόπο που ορίζει άλλωστε ο κανονισμός λειτουργίας του ίδιου του ΛΕΠΕΤΕ. Είναι ένας κανονισμός λειτουργίας που έχει κανονιστική ισχύ και δεν μπορεί να υπάρξει χώρος για νομοθετική παρέμβαση χωρίς αξιοποίηση των διατάξεων που περιέχει. Σύμφωνα με το άρθρο 4, ο κανονισμός αυτός ορίζει ότι με πλειοψηφία των 4/5 παίρνονται οι σχετικές αποφάσεις της διαχειριστικής επιτροπής του ΛΕΠΕΤΕ και το διοικητικό συμβούλιο της Εθνικής εγκρίνει εν συνεχεία τις αποφάσεις που αφορούν ζητήματα διαχείρισης».

Ευθύνη της διοίκησης της τράπεζας

«Είναι πραγματικά μεγάλο πρόβλημα ευθύνης, συνέχισε ο υφυπουργός, «το ότι η Εθνική Τράπεζα όλα αυτά τα χρόνια δεν έσπευσε να αντιμετωπίσει ένα θέμα που η ίδια με τις πολιτικές της δημιουργούσε -εννοείται και με ευθύνη όλων των κυβερνήσεων που στήριζαν αυτές τις επιλογές- καθώς αν και με τον ν. 2084 υπήρξαν πρωτοβουλίες για τη ρύθμιση των θεμάτων επικουρικής σύνταξης, ο ΛΕΠΕΤΕ δεν εντάχθηκε τότε στο νόμο αυτό. Αυτό ήταν μια επιλογή που στηριζόταν στην ίδια τη σημασία ύπαρξης και λειτουργίας του ΛΕΠΕΤΕ, που πάντα για την Εθνική Τράπεζα αντιμετωπιζόταν ως ένας φορέας που δεν συνέχεται με το υπόλοιπο σύστημα επικουρικής ασφάλισης της χώρας, αλλά αποτελεί έναν φορέα που λειτουργεί αυτόνομα εντός της Εθνικής Τράπεζας και αποτελούσε ένα τμήμα της σχετικής Διεύθυνσης Ασφαλιστικών Θεμάτων της ίδιας της τράπεζας, δηλαδή ο τρόπος λειτουργίας του ΛΕΠΕΤΕ ήταν στην πλήρη δικαιοδοσία της». Υπήρχε, τόνισε ο κ. Πετρόπουλος και σχετική γνωμοδότηση που το Γενικό Συμβούλιο της Τράπεζας επικαλέστηκε το 1994, σύμφωνα με το οποίο η τράπεζα δεν υπήρχε καμία ανάγκη να εντάξει το φορέα αυτό στον εθνικό κορμό της κοινωνικής ασφάλισης, διότι αποτελούσε δική της υπόθεση και δεν υπήρχε λόγος για λήψη μέτρων, καθώς αποτελούσε πάντα έναν φορέα υπό τη δική της εγγυητική λειτουργία. Αυτές οι θέσεις της τράπεζας διαχρονικά επαναλαμβάνονταν.
«Η κυβέρνηση έχει δηλώσει δι’ εμού κατ’ επανάληψη», κατέληξε ο υφυπουργός, «ότι αυτή η υποχρέωση δεν είναι μόνο συμβατική, είναι ουσιαστική και έχει και μια κανονιστική ισχύ και πρέπει να τηρηθεί από την πλευρά της τράπεζας, να γίνουν δηλαδή διαπραγματεύσεις, όπως όρισε και με την 334 Έκθεση η Διεθνής Οργάνωση Εργασίας, προκειμένου να επιλυθεί το θέμα με όρους βιωσιμότητας της ίδιας της παροχής και με όρους δίκαιους. Δεν έχει άλλη επιλογή η διοίκηση από το να συζητήσει επιτέλους με τη συλλογική εκπροσώπηση των εργαζόμενων, όπως έχει τη σχετική υποχρέωση και ορίζεται από την Έκθεση της Διεθνής Οργάνωσης Εργασίας, την οποία εμείς φυσικά υιοθετούμε. Η τράπεζα πρέπει να υποχρεωθεί, όπως οφείλει, να συμπεριφερθεί με τον τρόπο που ο κανονισμός λειτουργίας του ΛΕΠΕΤΕ ορίζει. Δηλαδή, όπως λέει το άρθρο 4, η Διαχειριστική Επιτροπή να αποφασίσει. Αυτό έκανε πάντα, και τις καλές και τις κακές μέρες. Δεν θα αλλάξει τώρα αυτό», τόνισε ο κ. Πετρόπουλος.

Πηγή: epohi.gr