Δεν είναι τυχαίο ότι ο όρος «fake news» χρησιμοποιείται κατά κόρον από τον Ντόναλντ Τραμπ στις επιθέσεις του εναντίον των «mainstream media». Το φαινόμενο βέβαια είναι γενικότερο. Κατά την άποψή μου, ο όρος «fake news» από μόνος του δεν έχει τίποτα το μεμπτό. Υπάρχουν όντως ψευδείς ειδήσεις, προφανώς όχι αυτές που αναφέρει ο Τραμπ ως τέτοιες, αλλά σε άλλα συμφραζόμενα ο όρος μπορεί να σηματοδοτεί μια υπαρκτή κατάσταση, που αφορά την αναξιοπιστία των ΜΜΕ, η οποία στις μέρες μας μάλλον καθίσταται πιο αισθητή, στην Ελλάδα αλλά και διεθνώς. Το πρόβλημα έγκειται στο ότι η πάνδημη κυκλοφορία του όρου σε μορφή σχεδόν «φετίχ» κιόλας –εξ ου και η συχνά αμετάφραστη εκδοχή του- αποβαίνει εις βάρος της χρήσης ενός άλλου όρου, που πλέον θεωρείται «ντεμοντέ»: προπαγάνδα.
Δεν θα είχα κανένα πρόβλημα αν απλώς αλλάζαμε τη λέξη με δύο άλλες λέξεις –αν είχαμε πέντε συλλαβές αντί για τέσσερις. Το ζήτημα, όμως, είναι πως ο όρος «ψευδείς ειδήσεις» εννοιολογικά είναι υπερβολικά στενός –που σημαίνει ότι χάνεται σημαντικότατο μέρος της έννοιας της προπαγάνδας, την οποία τείνει να υποκαταστήσει. Υπεραμύνομαι, λοιπόν, του όρου «προπαγάνδα», δεδομένου κιόλας πως απ’ ό,τι φαίνεται δεν βρίσκεται κανένας άλλος από την Αριστερά για να το κάνει. (Παραδοσιακά, η Αριστερά «σνόμπαρε» τον όρο «προπαγάνδα», και τούτο πιθανότατα επειδή –κακώς- πίστευε ότι αρκούσε ο όρος «ιδεολογία»). Ακολουθούν ορισμένα επιχειρήματα.

Συστηματικότητα και σχεδιασμός

Πρώτον, η προπαγάνδα διαθέτει μια συστηματικότητα, αλλά και ένα μακρόπνοο σχεδιασμό που δεν χαρακτηρίζουν κατ’ ανάγκην τις ψευδείς ειδήσεις. Δεν είναι ένα ευκαιριακό ψέμα που θα εκστομίσει κάποιος πολιτικός ή δημοσιογράφος για να ξεφύγει από μια δύσκολη περίσταση ή για την επίτευξη ενός εφήμερου στόχου, αλλά μια επικοινωνιακή πρακτική που συνοδεύει τη γενικότερη πολιτική πρακτική φορέων, καθεστώτων και ταξικών δυνάμεων. Η προπαγάνδα είναι η κατ’ εξοχήν πολεμική μορφή λόγου, η οποία τείνει να επικρατεί ως μορφή πολιτικής επικοινωνίας, ιδιαίτερα σε καταστάσεις κοινωνικο-πολιτικής πόλωσης, όπως αυτή που ζούμε στην Ελλάδα των μνημονίων.
Δεύτερον, ενώ οι ψευδείς ειδήσεις, αν συστηματοποιούνται και διασπείρονται με σχέδιο, μπορούν όντως να αποτελούν σημαντικό συστατικό της προπαγάνδας, η τελευταία δεν περιορίζεται σε αυτές. Δεν εξαντλεί δηλαδή την παραπλανητική της λειτουργία στη διαστρέβλωση των πραγματικών γεγονότων ή στην υποκατάστασή τους από ψευδή περιστατικά και «πειραγμένα» στοιχεία. Η προπαγάνδα κατασκευάζει τις δικές της «εναλλακτικές πραγματικότητες», που δεν περιλαμβάνουν μόνο γεγονότα, αλλά και ερμηνείες, έννοιες, θεωρίες και υποκειμενικές προθέσεις.
Παράδειγμα, η περίφημη έννοια του «εκσυγχρονισμού». Χωρίς να εμπλέκεται εν προκειμένω κάποια παραποίηση πραγματικών στοιχείων, ο εργασιακός μεσαίωνας στον οποίο οδηγούν οι συνταγές του νεοφιλελεύθερου «εκσυγχρονισμού» αποτελεί αποκαλυπτική ένδειξη της προπαγανδιστικής λειτουργίας που μπορεί να επιτελούν οι έννοιες. Ή, όσον αφορά τις υποκειμενικές προθέσεις, στις (συγ)κυβερνήσεις της περιόδου 2010-2015, ήταν όντως προπαγάνδα η συστηματική αντιμνημονιακή ρητορική των προσώπων που εφάρμοζαν πολιτικές λιτότητας, πιστεύοντας κιόλας σε αυτές.

Η προπαγάνδα της «δικαιοσύνης»

Και ένα παράδειγμα από την τρέχουσα επικαιρότητα. Παραθέτω απόσπασμα από το κύριο άρθρο της «Εφημερίδας των Συντακτών», με τίτλο: «Πρωτοφανής παρέμβαση της Δικαιοσύνης» (Τρίτη 19 Δεκεμβρίου 2017): «…μπορεί οι δικαστές και οι εισαγγελείς με τρόπο σχετικά ατεκμηρίωτο να προβαίνουν συνεχώς σε αυστηρές ανακοινώσεις διαμαρτυρίας για προφορικές παρεμβάσεις της εκτελεστικής εξουσίας στο έργο της Δικαιοσύνης, αλλά μέχρι στιγμής το μόνο χειροπιαστό στοιχείο σε επίπεδο παρεμβάσεων είναι οι διαρκείς ανατροπές στο νομοθετικό έργο της εκτελεστικής εξουσίας».
Υποθέτοντας πως όλοι/ες οι αριστεροί/ές συμφωνούμε με αυτή τη διαπίστωση, υποστηρίζω ταυτόχρονα πως η κατάσταση την οποία (συνοπτικά) περιγράφει είναι πασιφανώς προπαγανδιστική. Χωρίς να εμπλέκεται καμία «ψευδής είδηση», σε αυτή την περίπτωση βλέπουμε ότι κατασκευάζεται -από τους δικαστές και τους εισαγγελείς, από τα καθεστωτικά ΜΜΕ, από την αξιωματική και την ελάσσονα αντιπολίτευση- μια «εναλλακτική πραγματικότητα», περίπου αντίστροφη προς την ισχύουσα. Η κύρια προπαγανδιστική παραποίηση εν προκειμένω έχει να κάνει με μια θεωρία –την περίφημη θεωρία της «διάκρισης των εξουσιών».
Ως γνωστόν, η εν λόγω διάκριση στον Μοντεσκιέ (και σε όσους αληθινά στηρίζονται σε αυτόν) αποτελεί προϋπόθεση για τον αμοιβαίο έλεγχο των εξουσιών μεταξύ τους –που σύμφωνα και με την ερμηνεία του Αλτουσσέρ αποτελεί με τη σειρά του την υλική συνθήκη για την εξισορρόπηση ισχύος μεταξύ διακριτών πολιτικών θεσμών. Σύμφωνα με την «ερμηνεία» του αντισυριζαϊκού μετώπου, «διάκριση εξουσιών» σημαίνει η δικαστική εξουσία να κάνει ό,τι της καπνίσει, χωρίς να έχει κανείς δικαίωμα να της ασκεί κριτική –ούτως ώστε να μπορεί κιόλας ανενόχλητη να βάζει διαρκώς τρικλοποδιές στο νομοθετικό έργο της κυβέρνησης. «Fake news»; Καμία σχέση. Προπαγάνδα; Απολύτως.

Κύρκος Δοξιάδης

πηγή: Εποχή