Κλέβουν τις εντυπώσεις και έχουν τίτλους που τραβούν αμέσως το μάτι. Διαδίδονται όπως η πυρκαγιά σε περιόδους καύσωνα. Κλείνουν το μάτι στον αναγνώστη. Δεν εκπλήσσουν. Είναι σαν να επιβεβαιώνουν ένα συνωμοτικό σενάριο ή μια βαθιά ριζωμένη προκατάληψη. Αυτοί είναι άλλωστε και οι μηχανισμοί στους οποίους βασίζονται για την αναπαραγωγή τους.

Τα fake news μπορεί να μας κατακλύζουν εδώ και χρόνια, ωστόσο χρειάστηκε η είσοδος του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο για να μετακινηθούν από το περιθώριο στο επίκεντρο της πολιτικής ζωής. Μια σειρά «εναλλακτικά γεγονότα» τυλίγουν ήδη τη θητεία Τραμπ. Για τον μεγιστάνα του real estate και παρουσιαστή τηλεοπτικού ριάλιτι που κατόρθωσε να αναρριχηθεί στην προεδρία τα όρια της πραγματικότητας είναι απίστευτα ελαστικά. «Ψεύτικη είδηση» είναι οτιδήποτε τον φέρνει σε δύσκολη θέση και «αληθινό» ότι εξυπηρετεί τις επιδιώξεις του.

Είναι δημιουργός και δημιούργημα των fake news. Το επικοινωνιακό του επιτελείο στηρίχτηκε προεκλογικά σε ιστότοπους ακροδεξιάς παραπληροφόρησης, όπως το Breitbart News. Οι ψεύτικες ειδήσεις διαβάζονταν πολύ περισσότερο από τα δημοσιεύματα των παραδοσιακών μέσων ενημέρωσης που παραμένουν δέσμια της πραγματικότητας και ταλανίζονται από υποχρεώσεις όπως η διασταύρωση των πληροφοριών τους.

Fake news και μέσα κοινωνικής δικτύωσης πηγαίνουν χέρι – χέρι. Μέσα όπως το Facebook έχουν πλέον όλα τα πλεονεκτήματα των σύγχρονων ΜΜΕ χωρίς να βαρύνονται από τις αμαρτίες τους. Προβάλλουν άλλωστε με κάθε τρόπο την τεχνολογική ουδετερότητα τους. Απλώς ιεραρχούν τι είναι δημοφιλές, δεν διακρίνουν ανάμεσα στην αλήθεια και στο ψέμα.

Ο ντόρος για τον ρόλο που έπαιξαν τα fake news στην εκλογή του Τραμπ ανάγκασε τελικά τους μεγιστάνες του Ίντερνετ να αλλάξουν κάποια πράγματα. Πρώτη η Google άρχισε να μπλοκάρει «ύποπτο» περιεχόμενο, ενώ στη συνέχεια και οι υπόλοιπες εταιρείες υιοθέτησαν «προστατευτικά» μέτρα, τα οποία όμως, μέχρι τώρα, έχουν ως μοναδικό αποτέλεσμα το φίμωμα κάθε εναλλακτικής φωνή στο Διαδίκτυο.

Η εκρηκτική εξάπλωση των fake news αλλάζει όμως και το μιντιακό τοπίο. Πριν από λίγες εβδομάδες, οι αδελφοί Κοχ, δύο από τους πλουσιότερους Αμερικανούς, ξόδεψαν ένα τεράστιο ποσό για να αγοράσουν το ιστορικό περιοδικό «Τime». Πιθανόν ο ανεξέλεγκτος πληθωρισμός που δημιούργησε στην παραπληροφόρηση το Ίντερνετ να δημιουργεί σήμερα κάποια ζήτηση για πηγές που ακόμη διαθέτουν κάποιο ίχνος αξιοπιστίας. Οι αδελφοί Κοχ ήταν γνωστοί για τις διαδικτυακές καμπάνιες τους, που είχαν ως στόχο να ξεσκεπάσουν τον «μύθο» της κλιματικής αλλαγής. Τώρα οι «ειδήσεις» τους θα έχουν ως πηγή ένα «βαρύ» χαρτί του Τύπου.

Και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης του Ίντερνετ, από τα οποία γιγαντώθηκαν τα fake news, αποκτούν όλο και μεγαλύτερο μερίδιο των εντύπων. Ο Τζεφ Μπέζος, αφεντικό της διαδικτυακής Amazon, αγόρασε πριν από τέσσερα χρόνια την ιστορική εφημερίδα «Washington Post», μετατρέποντάς τη από τότε σε ενεργούμενο των επιχειρηματικών του συμφερόντων. Πάντοτε με το πρόσημο της αξιοπιστίας…

ΠΗΓΗ: avgi.gr