Καμία πειθαρχική ποινή δεν μπορεί να επιβληθεί σε εργαζόμενο, εάν δεν υπάρχει εσωτερικός κανονισμός εργασίας στην επιχείρηση, ο οποίος προβλέπει την επιβολή πειθαρχικών ποινών. Ο κανονισμός θα πρέπει να έχει καταρτιστεί νόμιμα όπως προβλέπουν οι ισχύουσες διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας.
Σε δημόσιες επιχειρήσεις και οργανισμούς, επιχειρήσεις και οργανισμούς κοινής ωφέλειας, ΚΤΕΛ, κ.λ.π ο κανονισμός προσωπικού μπορεί να ρυθμίζεται με διατάξεις νόμων, διαταγμάτων και υπουργικών αποφάσεων.
Όταν στην επιχείρηση υπάρχει σωματείο εργαζομένων, ο κανονισμός εργασίας καταρτίζεται με συλλογική σύμβαση εργασίας (Σ. Σ Ε) σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.1876/1990 και κατατίθεται στην αρμόδια υπηρεσία του ΣΕΠΕ ως επιχειρησιακή Σ.Σ.Ε.
Επίσης σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.1767/1988 (άρθρο 12, παρ.4) και του Ν. 2224/1994 (άρθρο 8, παρ.3) εφόσον δεν υπάρχει σωματείο εργαζομένων, εσωτερικός κανονισμός εργασίας μπορεί να καταρτιστεί, κατόπιν συμφωνίας μεταξύ εργοδότη και συμβουλίου εργαζομένων.
Με ρητή διάταξη του νόμου (άρθρο 1, Ν.Δ 3789/1957) επιβάλλεται οι επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις και εργασίες γενικά, ανεξάρτητα από τη νομική τους μορφή και το φυσικό ή νομικό πρόσωπο στο οποίο ανήκουν (Δημόσιο, Νομικά Πρόσωπα δημοσίου δικαίου, ΟΤΑ, Ιδρύματα κ.λ.π), εφόσον απασχολούν προσωπικό περισσότερο από 70 εργαζόμενους, να καταρτίσουν κανονισμό εργασίας που να ρυθμίζει σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, τις σχέσεις οι οποίες διαμορφώνονται κατά την εκτέλεση της εργασίας, ανάμεσα σε αυτές και στο προσωπικό τους, που συνδέεται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου.
Η κύρωση των κανονισμών εργασίας όσο αφορά τις ιδιωτικές γενικά επιχειρήσεις, εκμεταλλεύσεις και εργασίες, γίνεται από την αρμόδια υπηρεσία του ΣΕΠΕ (παρ. 1 , άρθρο 2 του Ν.Δ 3789/1957- εδ.ια της παρ.2 του άρθρου 2 του Ν.3996/2011).
Με τις ίδιες διατάξεις μπορεί η αρμόδια υπηρεσία, κατόπιν γνωμοδότησης της Τριμελούς Επιτροπής Εργασίας, να επεκτείνει την υποχρέωση κατάρτισης εσωτερικών κανονισμών σε επιχειρήσεις, εκμεταλλεύσεις και εργασίες που απασχολούν λιγότερο από 70 όχι όμως κάτω από 40 εργαζόμενους.

Σημειώνουμε ότι σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.Δ 3789/1957 οι κανονισμοί εργασίας που καταρτίζονται μονομερώς από την επιχείρηση, μπορεί να ορίζουν περιοριστικά τις παρακάτω πειθαρχικές ποινές για τους μισθωτούς:

Α. Προφορική ή έγγραφη παρατήρηση
Β. Επίπληξη
Γ. Πρόστιμο μέχρι 25% στο ημερομίσθιο ή στο 1/25 του μισθού του εργαζόμενου
Δ. Υποχρεωτική αποχή από την εργασία (αργία) επί δέκα (10) το ανώτερο ημέρες για κάθε ημερολογιακό έτος και εφόσον είναι σοβαρή η πειθαρχική παράβαση του μισθωτού.
Οι κανονισμοί εργασίας που εγκρίνονται με τη διαδικασία του Ν.Δ 3789/1957 δεν μπορεί να περιέχουν την πειθαρχική ποινή της οριστικής απόλυσης του μισθωτού.
Επομένως καμία πειθαρχική ποινή δεν μπορεί να επιβληθεί στον εργαζόμενο, χωρίς την κύρωση ή την νόμιμη κατάρτιση εσωτερικού κανονισμού εργασίας σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, ώστε ο κανονισμός αυτός να αποκτήσει νόμιμη κανονιστική ισχύ. Δεν ισχύουν,δ ιότι δεν είναι νόμιμες οι ποινές που επιβλήθηκαν σε εργαζόμενους όταν αυτές δεν προβλέπονται από κανονισμό εργασίας ή όταν αυτός ο κανονισμός τηρείται εσωτερικά στην επιχείρηση, χωρίς να έχει κανονιστική ισχύ (νόμιμη κύρωση ή νόμιμη κατάρτιση- διάταξη νόμου, Υπ. Απόφαση, απόφαση ΣΕΠΕ, συλλογική σύμβαση εργασίας κ.α).
Περαιτέρω εκτός από την ύπαρξη εσωτερικού κανονισμού εργασίας, για την επιβολή πειθαρχικών ποινών σε εργαζόμενο απαραίτητη προϋπόθεση είναι:
1. Πρόβλεψη από τον κανονισμό εργασίας κλήσης του μισθωτού σε απολογία
2. Προ της επιβολής ποινής πρόσκληση του μισθωτού σε απολογία κατά τον κανονισμό, ο οποίος θα πρέπει να έχει εύλογο χρονικό διάστημα στη διάθεσή του προκειμένου να ετοιμάσει την απολογία του.
3. Ο μισθωτός θα πρέπει να λάβει γνώση του αποδεικτικού υλικού της κατηγορίας που τον βαρύνει και θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να προβεί σε ανταπόδειξη
4. Η πειθαρχική ποινή θα πρέπει να είναι ανάλογη του πειθαρχικού παραπτώματος
5. Η επιβληθείσα ποινή δεν πρέπει να έρχεται σε αντίθεση με τον επιδιωκόμενο σκοπό που είναι η συμμόρφωση του μισθωτού, και δεν επιτρέπεται να επιβάλλεται για λόγου εκδίκησης του μισθωτού ή για τον εξαναγκασμό του σε παραίτηση από νόμιμα δικαιώματα .
Στην περίπτωση της επιβολής στον εργαζόμενο της ποινής της υποχρεωτικής αργίας 10 ημερών (κατά την διαδικασία κατάρτισης κανονισμού σύμφωνα με το Ν.Δ 3789/1957), ο εργαζόμενος έχει τη δυνατότητα να ασκήσει έφεση κατά της ποινής εντός πέντε ημερών από την κοινοποίησή της, ενώπιον της Τριμελούς Επιτροπής Εργασίας(ΠΔ 369/1989) που λειτουργεί σε κάθε νομό και η οποία εκδικάζει την σχετική υπόθεση. Η άσκηση της έφεσης αναστέλλει την εκτέλεση της ποινής.

Βασίλης Τραϊανόπουλος

Επιθ. Εργασιακών Σχέσεων

Πηγή: ergasiaka-gr.net