ΤΟ ΠΙΛΟΓΟΤΙΚΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ  ΤΟΥ ΙΕΠ ΣΕ ΕΞΙ (6)  ΝΗΠΙΑΓΩΓΕΙΑ ΤΗΣ  ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΙΚΗΣ ΜΕΙΟΝΟΤΗΤΑΣ ΣΤΗ ΘΡΑΚΗ  ΚΑΙ ΟΙ ΑΝΤΙΔΡΑΣΕΙΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ ΣΥΛΛΟΓΩΝ  ΣΤΗΝ ΞΑΝΘΗ ΚΑΙ ΡΟΔΟΠΗ

 

Το Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής-ΙΕΠ από το χειμώνα του 2017 είχε εξαγγείλει πιλοτικό πρόγραμμα που αφορά 6 νηπιαγωγεία σε οικισμούς με αμιγή μειονοτικό πληθυσμό στους νομούς Ξάνθης και Ροδόπης. Το πιλοτικό πρόγραμμα  προβλέπει την παρουσία στο Δημόσιο Νηπιαγωγείο συνεργάτη/τριας μέλους της μειονότητας, πτυχιούχο Νηπιαγωγό. Σύμφωνα με την πράξη του ΙΕΠ προβλέπεται «…Οι Αντισυμβαλλόμενοι να συνεργασθούν με τον/την εκπαιδευτικό της τάξης με στόχο την αποτελεσματική διαχείριση του μαθησιακού περιβάλλοντος μέσα από δραστηριότητες που στηρίζουν τη γνωστική, κοινωνική και γλωσσική ανάπτυξη των παιδιών, αξιοποιώντας και τη μητρική τους γλώσσα.

 

Ο Σύλλογος ΠΕ Ν. Ροδόπης «Οι Τρεις Ιεράρχες» και ο Διδασκαλικός Σύλλογος Ξάνθης  συνεχίζουν για τέταρτη εβδομάδα τις απεργιακές κινητοποιήσεις εκφράζοντας την αντίθεσή τους στην εφαρμογή του πιλοτικού προγράμματος του ΙΕΠ «Πιλοτικές Παρεμβατικές Δράσεις Υποστήριξης Μουσουλμανοπαίδων στα Νηπιαγωγεία της Θράκης».

Να σημειωθεί πως η Διδασκαλική Ομοσπονδία Ελλάδας-ΔΟΕ- διοργάνωσε με αφορμή και για το θέμα αυτό στις 14-15/3/2018 στην Κομοτηνή επιστημονική διημερίδα με θέμα ‘’ Η εκπαίδευση της μειονότητας και το σχολείο των σύγχρονων μορφωτικών αναγκών και δικαιωμάτων στο περιβάλλον συνύπαρξης πλειονότητας και μειονότητας στη Θράκη’’ και επιπρόσθετα έχει αποφασίσει να διοργανώσει επιστημονικό συνέδριο για τη μειονοτική εκπαίδευση το προσεχές χρονικό διάστημα, αναγνωρίζοντας ότι η εκπαίδευση της μουσουλμανικής μειονότητας είναι ένα ζήτημα που δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με αποφάσεις και πράξεις που δεν είναι απόρροια έρευνας και επιστημονικής προσέγγισης.

Το πρόγραμμα του ΙΕΠ ακριβώς επειδή αποσκοπεί στην εξαγωγή συμπερασμάτων γι αυτό το είναι  πιλοτικό. Σκοπό έχει την αξιοποίηση της μητρικής γλώσσας, ως γλώσσας στήριξης, με στόχο την αρμονική κοινωνικοποίηση των νηπίων της μειονότητας στον εκπαιδευτικό θεσμό του Νηπιαγωγείου, την ενίσχυση της ελληνομάθειας και την ισορροπημένη γλωσσική και κατά προέκταση γνωστική ανάπτυξη, που αποτελούν προϋπόθεση για  την καλύτερη προετοιμασία και επιτυχή επίδοση στο  Δημοτικό Σχολείο και σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης.

Γνωρίζουμε ότι η εκπαίδευση της μειονότητας είναι ένα σύνθετη διαδικασία σε ένα  πεδίο όπου αλληλοεπιδρούν παράγοντες πολιτικοί, κοινωνικοί, οικονομικοί, πολιτιστικοί και παιδαγωγικοί. Κάθε προσπάθεια για αλλαγή στην εκπαίδευση των παιδιών της μειονότητας, διαχρονικά συνοδεύεται από πλούσιο ιστορικό αντιδράσεων, παράδοση από την οποία δεν ξέφυγε και το παρόν πιλοτικό πρόγραμμα του ΙΕΠ.

Το Δημόσιο Νηπιαγωγείο στα μειονοτικά χωριά, είναι αδιάσπαστο τμήμα της εκπαίδευσης και επιτελεί σημαντικό ρόλο στην αρμονική ένταξη των παιδιών της μειονότητας στο εκπαιδευτικό σύστημα, προωθεί την ελληνομάθεια και έχει συμβάλει στον περιορισμό της σχολικής αποτυχίας, της σχολικής διαρροής και της πρόωρης εγκατάλειψης του σχολείου.

Η ανακοίνωση του Προγράμματος πυροδότησε έντονες συζητήσεις και αντιπαραθέσεις και ένα εκπαιδευτικό- παιδαγωγικό  ζήτημα μετατράπηκε σε πεδίο πολιτικής  αντιπαράθεσης. Τεχνηέντως στο  δημόσιο λόγο διασπείρονται κατευθυνόμενοι φόβοι για μετατροπή των Δημόσιων νηπιαγωγείων σε δίγλωσσα ενώ όλοι γνωρίζουν ότι ο/η συνεργάτης δεν υποκαθιστά τον/την νηπιαγωγό στη διαμόρφωση των σχέσεων, ούτε αλλάζει το πρόγραμμα του νηπιαγωγείου. 

Ολόκληρη σχεδόν η σύγχρονη βιβλιογραφία για την εκμάθηση της γλώσσας ή των γλωσσών (Freinet, Cummins κ.ά.) θεωρεί γνωστικό θεμέλιο τη μητρική γλώσσα, τη γλώσσα που όλα τα παιδιά του κόσμου μιλάνε με αυθόρμητη άνεση στα τρία περίπου χρόνια. Αν το σχολείο δε σεβαστεί τη γλώσσα που ήδη μιλάει ο μαθητής δεν μπορεί να καταφέρει να του μάθει άλλες, πρόσθετες. Η εκμάθηση της γλώσσας είναι όπως κάθε απόχτηση γνώσης, διαδικασία θεωρητική. Δηλαδή στηρίζεται στην υπάρχουσα γνώση για να αποκτηθεί η νέα γνώση.

Η ορθή εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας ως σκοπός αλλά και ως μέσο και εφόδιο για ισότιμη συμμετοχή στην ελληνική  εκπαίδευση, συμμετοχή στα της «ελληνικής παιδείας» προϋποθέτει την όσο δυνατόν λιγότερη δυσκολία προσέγγισής της, ειδικά στις ηλικίες 4-6. Η ύπαρξη συνεργάτη εκπαιδευτικού που θα αποτελεί τον σύνδεσμο της μητρικής με την ελληνική γλώσσα συμβάλει ακριβώς στο να αρθούν δυσκολίες που προέρχονται από το γεγονός ότι άλλη είναι η γλώσσα της διδασκαλίας και άλλη αυτή που εκείνη τη χρονική στιγμή κατανοούν και με την οποία σκέφτονται τα παιδιά. 

Στην όποια προσέγγιση για το θέμα της εκπαίδευσης των παιδιών της μειονότητας δεν μπορούμε να μην πάρουμε υπόψη την αναφορά του ΠΕΜ (Πρόγραμμα Εκπαίδευσης Μουσουλμανοπαίδων) της πιο σοβαρής,  αποτελεσματικής προσπάθειας του ελληνικού κράτους για τη μειονοτική εκπαίδευση, όπου διαπιστώνεται ότι παρά την αδιαμφισβήτητη βελτίωση, το εκπαιδευτικό επίπεδο των μελών της μειονότητας, όπως επίσης και το ποσοστό της μαθητικής διαρροής, έχει σημαντική απόκλιση από το μέσο όρο σε εθνικό επίπεδο.

Για όλους τους παραπάνω λόγους το παρόν πιλοτικό πρόγραμμα του ΙΕΠ έχει σημασία να εφαρμοστεί ώστε να εξαχθούν συμπεράσματα τέτοια που να βοηθήσουν  τα παιδιά της μειονότητας, που είναι φυσικοί  ομιλητές μιας γλώσσας άλλης από την επίσημη, να διδαχτούν και να μάθουν  κατά τον καλύτερο τρόπο στην ελληνική, ώστε να μη διατρέχουν τον κίνδυνο μεγάλο ποσοστό αυτών να έχουν δυσκολίες στο  να περάσουν με επιτυχία ολόκληρο τα φάσμα της εκπαίδευσης και να πάρουν μέρος στις  διαδικασίες κοινωνικής κινητικότητας.

Η αντίδραση στο συγκεκριμένο πρόγραμμα του ΙΕΠ και η μη εφαρμογή του θα έχει ως αποτέλεσμα τη μη εξαγωγή συμπερασμάτων για το πώς τα Μουσουλμανόπαιδα θα  μαθαίνουν κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο την ελληνική γλώσσα, αλλά και να ενυπάρχει κίνδυνος να μην θεωρούν τους εαυτούς τους ισότιμα οργανικά μέλη της ελληνικής εκπαίδευσης με όλες τις γνωστές συνέπειες μιας τέτοιας διαμορφούμενης πεποίθησης που  όλοι/ες γνωρίζουμε. Το παράδοξο είναι ότι πολλοί που  αντιδρούν με το συγκεκριμένο πιλοτικό πρόγραμμα επικαλούνται φανερά ή κρυφά την  «ελληνικότητα», γεγονός που εκτός από κοντόφθαλμο είναι και οξύμωρο, διότι τα αντίθετα ακριβώς αποτελέσματα τέτοιες προσεγγίσεις επιφέρουν.

Επισημαίνουμε πως οι Εκπαιδευτικοί Ριζοσπαστικής Αριστεράς- ΕΡΑ κάλεσαν με δημόσια ανακοίνωση την εκπαιδευτική κοινότητα  των Νομών Ξάνθης και Ροδόπης, τους Συλλόγους Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης  και τους/τις νηπιαγωγούς να συμβάλουν στην ολοκλήρωση του πιλοτικού προγράμματος του ΙΕΠ, τα πορίσματα του οποίου μέσα από εκτενή και δημιουργικό διάλογο μεταξύ του ΥΠΠΕΘ,  των εκπαιδευτικών, των παιδαγωγικών τμημάτων των ΑΕΙ να συνεισφέρουν στην εξαγωγή ορθών συμπερασμάτων.

Πιστεύουμε ότι τελικά όλη οι εκπαιδευτική κοινότητα και οι Σύλλογοι Πρωτοβάθμιας με οδηγό παιδαγωγικά κριτήρια, θα αντιμετωπίσουν το πιλοτικό πρόγραμμα  προς όφελος των παιδιών της μειονότητας ως οργανικά μέλη της ελληνικής εκπαίδευσης, της πιο αποτελεσματικής τους εκπαίδευσης και συνολικότερα του Δημόσιου Ελληνικού Σχολείου.

* των Ζήση Καπράνα, (Δάσκαλος, Ειδικός Γραμματέας του ΔΣ της ΔΟΕ) & Θοδωρή Μπαλτά, (Δάσκαλος μέλος του Γενικού Συμβουλίου της ΑΔΕΔΥ

*το παρόν αποτελεί απόσπασμα του Άρθρου στο ένθετο της εφ. Αυγή [29-4-18], με τίτλο «Παιδεία και Κοινωνία».