Το πρόγραμμα του ΣΕΒ (Σύνδεσμος Ελληνικών Βιομηχανιών παλαιότερα, Σύνδεσμος Επιχειρήσεων και Βιομηχανιών τώρα) παραμένει αναλλοίωτο και μαχητικά νεοφιλελεύθερο: χαμηλοί μισθοί, χαμηλή φορολογία, μειωμένες επομένως δημόσιες και κοινωνικές δαπάνες, ιδιωτικοποίηση δημόσιων και κοινωνικών υπηρεσιών. Πρόκειται στην πραγματικότητα για το πρόγραμμα με το οποίο συγκρούστηκαν οι βιομήχανοι με την πρώτη κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, το οποίο επέβαλαν προοδευτικά αλλά σταθερά κατά την «εκσυγχρονιστική» περίοδο και αποτέλεσε το πλαίσιο άσκησης βιομηχανικής πολιτικής που ευθύνεται για την υπερχρέωση και για τις καταστροφικές διαστάσεις της κρίσης μετά το 2009.

Παρά τις απολύτως ευνοϊκές για την «επιχειρηματικότητα» πολιτικές, κατά τη δεκαετία του ’90 και του 2000, η μεταποιητική παραγωγή μειώθηκε θεαματικά από 17,3% του ΑΕΠ το 1980 σε 10,3% το 2009. Μια έκθεση του ΟΟΣΑ (2005) για την καινοτομία στην ελληνική οικονομία κατέληγε στο συμπέρασμα ότι οι βιομηχανικοί εργοδοτικοί φορείς δεν έχουν ως προτεραιότητα την καινοτομία, αλλά το γενικό περιβάλλον που επηρεάζει την επιχειρηματικότητα. Η ελληνική οικονομία είχε χάσει το τρένο της ανταγωνιστικότητας στον ευρωπαϊκό και τον διεθνή χώρο, παρά τις γενναιόδωρες επιδοτήσεις μέσω των διαδοχικών Κοινοτικών Πλαισίων Στήριξης. Και οι ελληνικές κυβερνήσεις είχαν χάσει τον έλεγχο της οικονομίας, καταφεύγοντας σε μειώσεις φόρων και αυξήσεις του δανεισμού του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα, σε μια φυγή προς τα μπρος, που έφερε την κατάρρευση.

Η τεχνολογική υστέρηση, η υστέρηση στον τομέα της καινοτομίας, που ήταν και η αιτία της απώλειας παραγωγικού δυναμικού, ήταν αποτέλεσμα της συνάρθρωσης του νεοφιλελεύθερου μοντέλου με το πελατειακό σύστημα. Χάρη στην επιβίωση αυτού του συστήματος, μπορούσαν να επιδοτούνται και να δανειοδοτούνται οι βιομήχανοι, για να συνεχίσουν τις δραστηριότητες που ήδη ανέπτυσσαν και να εξασφαλίζουν υψηλά κέρδη, ως μαξιλάρι για την πολύ πιθανή περίπτωση της αδυναμίας συνέχισης αυτών των δραστηριοτήτων, λόγω μειωμένης ανταγωνιστικότητας.

Η προσπάθεια επανάληψης, σήμερα, της ίδιας στρατηγικής είναι διαφοροποιημένη και παρουσιάζει εντονότερα πολιτικά χαρακτηριστικά. Ο ΣΕΒ δεν είναι πλέον το κλαμπ των βιομηχάνων, αλλά ένας εργοδοτικός σύνδεσμος, όπου συνυπάρχουν συστημικές τράπεζες, εταιρείες κούριερ και εισαγωγικές επιχειρήσεις, με κάποιες βιομηχανίες. Είναι εξάλλου εμφανής η προσπάθεια να γίνουν μέλη όσο γίνεται περισσότερες επιχειρήσεις, ακόμα και μικρών διαστάσεων. Σβήνονται έτσι οι διαφορές ανάμεσα σε τράπεζες και παραγωγούς, ανάμεσα σε βιομηχανίες και εισαγωγείς, ανάμεσα σε παραγωγή και εμπόριο ή υπηρεσίες.

Σε αυτές τις συνθήκες, η υλοποίηση διαρθρωτικών πολιτικών είναι πολύ δύσκολη, γιατί επαναλαμβάνεται η τακτική των προηγούμενων περιόδων: οι ισχυροί του συνδέσμου εμφανίζονται ως οι εγγυητές της ικανοποίησης «κοινών» αιτημάτων μικρών και μεγάλων, ενώ οι ίδιοι ενισχύονται ακόμη περισσότερο, λόγω της μάζας των μελών, σε ό,τι αφορά τα ιδιαίτερα αιτήματα και συμφέροντά τους. Είναι επίσης προφανές ότι αυτή η ευρεία αντιπροσωπευτικότητα μπορεί να μεταφραστεί σε πολιτική ισχύ, σε υποστήριξη με «πειστικά» αναπτυξιακά επιχειρήματα της νεοφιλελεύθερης ατζέντας.

Η αύξηση της κερδοφορίας μέσω των χαμηλών μισθών και της μειωμένης φορολογίας δεν εγγυάται καμία ανάπτυξη και πόσο μάλλον καμία παραγωγική αναδιάρθρωση, όπως μας έδειξαν οι τελευταίες δεκαετίες. Χρειάζονται αυξημένοι μισθοί αλλά και αυξημένοι δημόσιοι πόροι, για να ενισχυθεί η ζήτηση, και για να αποκτήσει ο δημόσιος τομέας τη δυνατότητα να ασκήσει πολιτικές αύξησης της παραγωγής και της απασχόλησης. Αυτές οι πολιτικές μπορούν να βασιστούν στη συναίνεση της μικρής και οικογενειακής επιχειρηματικότητας, του συνεταιριστικού κινήματος και της Κοινωνικής και Αλληλέγγυας Οικονομίας, ακόμα και σημαντικού μέρους των μεσαίων και μεγάλων επιχειρήσεων, από τη στιγμή που είναι ορατά τα αναπτυξιακά και κοινωνικά τους πλεονεκτήματα για όλους.

* οικονομολόγος

Αναδημοσίευση από efsyn.gr