H εργασιακή σχέση, κατά κανόνα, προϋποθέτει ενεργό ή θετική παροχή πνευματικής ή σωματικής ανθρώπινης δραστηριότητας για την επίτευξη κάποιου οικονομικού αποτελέσματος.
Εργασία με τη νομική έννοια του όρου είναι κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα, ανεξαρτήτως του είδους της. Εμπίπτουν, συνεπώς, στην έννοιά της όχι μόνο οι φανερές ανθρώπινες ενέργειες, αλλά και οι περιπτώσεις καλυμμένης ανθρώπινης θετικής ενέργειας, όπως είναι η
προετοιμασία για την ανάληψη εργασίας ή ακόμα και η σκόπιμη ακινησία όταν γενικότερα συντρέχει περιορισμός του ελεύθερου χρόνου για τις ανάγκες ενός άλλου.
Σύμφωνα με το άρθρο 2 του Π.Δ 88/1999 , χρόνο εργασίας αποτελεί κάθε περίοδος κατά τη διάρκεια της οποίας ο εργαζόμενος ευρίσκεται στην εργασία, στη διάθεση του εργοδότη και ασκεί τη δραστηριότητα ή τα καθήκοντά του, σύμφωνα με τις ισχύουσες ρυθμίσεις, για κάθε κατηγορία εργαζομένων.
Κατά το άρθρο 14 του Π.Δ 27.6/1932 , όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 6 του Ν.Δ 3789/1957, ως ώρες εργασίας θεωρούνται οι πραγματικές , μη συμπεριλαμβανομένων των διακοπών ή διαλειμμάτων εργασίας.
Στον χώρο που αφορά τους μισθωτούς των καταστημάτων , εφαρμογή έχουν οι διατάξεις του άρθρου 1 του Ν.Δ 1037/71 ,όπως τροποποιήθηκαν μεταγενέστερα σύμφωνα με τις οποίες η διάρκεια εργασίας ορίζεται από την έναρξη μέχρι το πέρας της εργασίας .Στον χρόνο αυτό δεν συμπεριλαμβάνονται οι διακοπές ή τα διαλείμματα αναπαύσεως καθώς και ο χρόνος μετάβασης του μισθωτού στον τόπο εργασίας, ασχέτως αν παρέχονται από τον εργοδότη μεταφορικά μέσα, εκτός αντίθετης συμφωνίας.
Σύμφωνα με τα καιρούς νομολογηθέντα στην διάρκεια του ωραρίου(χρόνος εργασίας) δεν συμπεριλαμβάνονται: ο χρόνος μεταβάσεως στην εργασία και επιστροφής από αυτήν( εκτός αντίθετης συμφωνίας), ο χρόνος προπαρασκευής για την εργασία (π.χ αλλαγή ενδυμασίας), ο χρόνος φαγητού κ.λ.π.
Yπάρχει ωστόσο παροχή εξαρτημένης εργασίας και όταν απλώς δεσμεύεται η ελευθερία του μισθωτού, με την υποχρέωσή του να παραμένει στον καθοριζόμενο από τον εργοδότη τόπο και χρόνο, για να είναι έτοιμος προς παροχή της εργασίας του.
Σε πολλές περιπτώσεις ο εργαζόμενος έχει την υποχρέωση να προσέρχεται νωρίτερα από το προκαθορισμένο ωράριο προκειμένου να προετοιμαστεί για την εργασία του , σε χρόνο που προκαθορίζει ο εργοδότης με ρητή εντολή καθώς ο ίδιος κρίνει ότι θα προετοιμαστεί ο εργαζόμενος καλύτερα για την ανάληψη εργασίας ή θα πρέπει να ασχοληθεί με τις καθοριζόμενες διαδικασίες που απαιτούνται για την ανάληψη εργασίας , χωρίς το χρονικό διάστημα αυτό να δηλώνεται ως ωράριο εργασίας στον πίνακα προσωπικού.
Τούτο συμβαίνει συχνά και με διατάξειςεσωτερικών κανονισμών εργασίας , σύμφωνα με τις οποίες ο εργαζόμενος υποχρεούται να προσέρχεται στον τόπο εργασίας νωρίτερα από το ωράριό του (π.χ μισή ώρα πριν την έναρξη του ωραρίου).
Σύμφωνα όμως με τα ανωτέρω,ο χρόνος παραμονής του μισθωτού στον εργασιακό χώρο νωρίτερα από τον καθορισμένο χρόνο αναλήψεως εργασίας όταν υπάρχει σχετική υποχρέωση του μισθωτού και η προσέλευση γίνεται προς εξυπηρέτηση του εργοδότη θεωρείται ως χρόνος εργασίας, καθόσον ο εργαζόμενος είναι στη διάθεση του εργοδότη και έχει περιορίσει την προσωπική του ελευθερία προς όφελος του εργοδότη. Ο χρόνος αυτός βαρύνει τον εργοδότη και πρέπει να δηλώνεται στο ωράριο εργασίας.
Ομοίως ο χρόνος προπαρασκευής των εργαζομένων κατά την αποχώρησή τους από την εργασία κατόπιν εντολής του εργοδότη ( π.χ τακτοποίηση μηχανημάτων,τακτοποίηση χώρου εργασίας, καθαριότητα χώρου , τακτοποίηση ταμείου ,κλείσιμο εγκαταστάσεων κ.α )αποτελεί χρόνο εργασίας.

*το παρόν αποτελεί άρθρο του Βασίλη Τραϊανόπουλου – Ειδικού Επιθεωρητή στο ΣΕΠΕ – Αναδημοσίευση από το Facebook