Μπορεί η ύφεση να είναι παρελθόν για τις περισσότερες χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης, όµως η φτώχεια καταγράφει ρεκόρ καθώς εκατοµµύρια εργαζόµενοι (και όχι µόνο άνεργοι πλέον) σε ολόκληρη την ήπειρο ζουν κάτω από το όριό της. Σύµφωνα µε στοιχεία της ευρωπαϊκής στατιστικής υπηρεσίας Eurostat για το 2017, ένας στους δέκα εργαζόµενους στα κράτη-µέλη της ΕΕ ζει σε νοικοκυριό που επιβιώνει µε εισόδηµα κάτω από τα όρια της φτώχειας.

Το συγκεκριµένο στοιχείο για τους περίφηµους «φτωχούς εργαζόµενους» (σ.σ. «working poor») παραµένει στο ίδιο επίπεδο ρεκόρ για δεύτερη συνεχόµενη χρονιά καθώς είναι το ίδιο µε το 2016.

Σύµφωνα µε τους ειδικούς, οι παράγοντες που εµποδίζουν αρκετούς εργαζόµενους από το να ζουν σε ένα νοικοκυριό µε ένα ικανοποιητικό εισόδηµα είναι πολλοί και σύνθετοι. Πιο συγκεκριµένα, οι ειδικοί αναφέρουν ως βασικότερους λόγους το ότι για παράδειγµα «δεν δουλεύουν ολόκληρο ωράριο», το ότι «υπάρχει µόνο ένας εργαζόµενος στην οικογένεια», το ότι «οι µισθοί (που µπαίνουν στο σπίτι) είναι εξαιρετικά χαµηλοί», καθώς και το ότι «οι τιµές των βασικών αγαθών αυξάνονται» την ώρα που «αρκετές κυβερνήσεις της Ενωσης έχουν προχωρήσει σε περικοπές σε επιδόµατα».

Από τα στοιχεία προκύπτει, επίσης, ότι η φτώχεια έχει αυξηθεί ανεξαρτήτως της σύµβασης εργασίας που έχει υπογραφεί.

Αυτό σηµαίνει ότι υπάρχουν εργαζόµενοι µε συµβάσεις εργασίας που προβλέπουν επιδόµατα και έχουν δικλίδες ασφαλείας, οι οποίοι όµως ζουν σε νοικοκυριά κάτω από το όριο της φτώχειας.

Χωρίς συµβάσεις

Φυσικά, τα πράγµατα είναι πολύ χειρότερα για τους εργαζόµενους που δεν έχουν συµβάσεις για πλήρη σταθερή εργασία, οι οποίοι έχουν τρεις φορές περισσότερες πιθανότητες να ζουν σε νοικοκυριά κάτω από το όριο της φτώχειας. Σύµφωνα µε τη Eurostat, ένας στους έξι εργαζόµενους µε συµβάσεις ορισµένου χρόνου ή ηµιαπασχόλησης είναι αντιµέτωπος µε τον κίνδυνο να ζει φτωχός. Εάν συµπεριληφθούν σε αυτή την κατηγορία και εργαζόµενοι που δεν έχουν κανονικές συµβάσεις εργασίας (όπως επί παραδείγµατι οι αυτοαπασχολούµενοι), τότε το ποσοστό που έρχεται αντιµέτωπο µε τη φτώχεια ανεβαίνει σε έναν στους τέσσερις. Οπως αναφέρουν ειδικοί, συχνά οι αυτοαπασχολούµενοι αναγκάζονται να πουλούν την εργασία τους µε σαφέστατα χειρότερους όρους απ’ ό,τι ένας µισθωτός και έξω από κάθε πιθανή προστασία που εκείνος απολαµβάνει.

Η κατάσταση είναι δραµατική για τους εργαζόµενους όχι µόνο σε χώρες πουέπληξε βάναυσα η οικονοµική κρίση, αλλά και σε πλούσιες χώρες της ΕΕ, ακόµα και στη Γερµανία. Πιο συγκεκριµένα, στη Γερµανία το ποσοστό των εργαζοµένων που παλεύουν µε τον κίνδυνο της φτώχειας έχει διπλασιαστεί από το 2005, αγγίζοντας το 9,1% του γενικού πληθυσµού των εργαζοµένων της χώρας.

Αντίστοιχος είναι ο πανευρωπαϊκός µέσος όρος στη συγκεκριµένη κατηγορία, όµως η αύξηση που παρατηρείται στη Γερµανία είναι η πιο ραγδαία µεταξύ των πλούσιων χωρών της ΕΕ. Μάλιστα, σύµφωνα µε ειδικούς, η Γερµανία έχει το υψηλότερο ποσοστό χαµηλά αµειβόµενων θέσεων εργασίας µεταξύ των µεγάλων ευρωπαϊκών οικονοµιών, γεγονός που ερµηνεύεται ως αποτέλεσµα της πολιτικής µεταφοράς της παραγωγής σε υπεργολάβους και της χαµηλής εγγραφής νέων µελών στα συνδικάτα και στις ενώσεις εργαζοµένων.

Επιπλέον, όπως σηµειώνεται, για την εκτίναξη της ηµιαπασχόλησης στη Γερµανία ευθύνεται σε σηµαντικό βαθµό και η εργασιακή µεταρρύθµιση του 2003. Οσον αφορά στις χώρες που έπληξε σοβαρά η κρίση, όπως η Ισπανία και η Ιταλία, το 2017 το 13% και το 12% των εργαζοµένων αντίστοιχα ήταν αντιµέτωποι µε το φάσµα της φτώχειας.

Στις χώρες αυτές το πρόβληµα είναι η υποαπασχόληση. Επί παραδείγµατι, στην Ιταλία τα δύο τρίτα των ηµιαπασχολούµενων ήθελαν µια δουλειά πλήρους απασχόλησης που όµως δεν µπορούσαν να βρουν. Από τα στοιχεία προκύπτει επίσης πως σηµαντικό πρόβληµα µε τους «υποχρεωτικά ηµιαπασχολούµενους» αντιµετωπίζει και η Γαλλία.

ΠΗΓΗ: ethnos.gr – Συντάκτης: ΧΡΗΣΤΟΣ ΣΤΑΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ