Του Γιώργου Πετρόπουλου*

Τα μνημόνια συνιστούν μια ακραία νεοφιλελεύθερη στρατηγική βίαιης αναδιανομής εισοδημάτων εντός ενός πλαισίου «έκτακτης ανάγκης», που επιβάλλεται από τις συνθήκες οικονομικής κρίσης, μιας «κατάστασης εξαίρεσης» που απαιτεί την αναστολή του Κράτους Δικαίου. Με βάση το παραπάνω, είναι προφανές πως το πλέγμα των πολιτικών που συνιστούν το μνημόνιο, δεν μπορούν ποτέ να γίνει αποδεκτό, δεν μπορεί ποτέ η Αριστερά, να αποκτήσει την «ιδιοκτησία» τους.
Το Δημόσιο αποτέλεσε βασικό πεδίο άσκησης των μνημονιακών πολιτικών, καθώς επιχειρήθηκε, μέσω των μειώσεων μισθών, αλλά κυρίως μέσω των διαθεσιμοτήτων και των απολύσεων, να δημιουργηθεί «ζωτικός χώρος» ιδιωτικοποιήσεων, δομών και υπηρεσιών, ενταγμένη στο πλαίσιο της βίαιης αναδιανομής εισοδημάτων. Βασικός στόχος των νεοφιλελεύθερων πολιτικών ήταν και παραμένει το «επιτελικό κράτος», το Δημόσιο, πρακτικά, ως «τροχονόμος» ιδιωτικών συμφερόντων, που παρέχουν, κατά κανόνα, χαμηλής ποιότητας υπηρεσίες, με υψηλότερο κόστος. Παράλληλα, εφαρμόστηκε ένα ακραία αυταρχικό θεσμικό πλαίσιο, ιδιαίτερα μέσω του πειθαρχικού δικαίου, που καταργούσε το τεκμήριο αθωότητας για τους εργαζόμενους στο Δημόσιο, καθώς αρκούσε δίωξη για οποιοδήποτε αδίκημα, μη σχετιζόμενο με την υπηρεσία, για να οδηγηθεί ο διωκόμενος σε παρατατεταμένη διαθεσιμότητα Η επιβολή των πολιτικών αυτών, κατά την πρώτη φάση του μνημονίου, επενδύθηκαν με μια ακραία επικοινωνιακή επίθεση ενάντια στο Δημόσιο και τους εργαζόμενους σε αυτό. Καθημερινά από τα μέσα ενημέρωσης «παρέλαυναν» ψευδείς ειδήσεις για τον αριθμό, τους μισθούς και την αναποτελεσματικότητα του Δημοσίου. Το αποτέλεσμα αυτών των πολιτικών ήταν η δραματική υποστελέχωση και η συνακόλουθη υποβάθμιση των παρεχόμενων υπηρεσιών προς τους πολίτες.
Πολύ σωστά αποτέλεσε προτεραιότητα για την πρώτη περίοδο της διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ η αποκατάσταση όλων όσοι τέθηκαν σε διαθεσιμότητα ή απολύθηκαν, καθώς και η κατάργηση του αντιδραστικού θεσμικού πλαισίου. Τα παραπάνω ήταν στοιχειώδης προϋπόθεση, όχι μόνο για λόγους κοινωνικής δικαιοσύνης, αλλά και για να αποκατασταθεί η διοικητική λειτουργία.
Με τον Ν 4369/16, «Εθνικό Μητρώο Επιτελικών Στελεχών Δημόσιας Διοίκησης, βαθμολογική διάρθρωση θέσεων, συστήματα αξιολόγησης, προαγωγών και επιλογής προϊσταμένων» επιχειρήθηκε, κάτω από τις ιδιαίτερες συνθήκες τη μνημονιακής επιτήρησης να εισαχθούν καινοτομίες, που αμφισβητούσαν τις αυστηρές ιεραρχικές δομές και τον καθεστωτισμό της «θεσμικής μνήμης». Επιδιώχθηκε ταυτόχρονα να προταχθούν η συλλογικότητα, η πρωτοβουλία και η ανάδειξη στελεχών με υψηλό επίπεδο τυπικών προσόντων, που μπορεί να παρέμεναν έξω από τις επετηρίδες της διοικητικής ιεραρχίας. Τόσο το σύστημα επιλογής προϊσταμένων, όσο και οι ολομέλειες τμήματος, η αμφίδρομη αξιολόγηση, συνιστούν αναμφίβολα μεταρρυθμίσεις με αριστερό πρόσημο, σε ένα εξαιρετικό δύσκολο περιβάλλον νεοφιλελεύθερης ηγεμονίας.

Οι δυσκολίες

Αποτελούσαν ταυτόχρονα μια αρκετά φιλόδοξη προσπάθεια, που συνάντησε αρκετά προβλήματα έτσι ώστε, η εφαρμογή του νόμου, 4 χρόνια μετά, να παραμένει πλημμελής.
Θα μπορούσαμε να προσδιορίσουμε ως αιτίες, τα παρακάτω.
1) Υποτιμήθηκαν οι δυνατότητες προσαρμογής της ελληνικής γραφειοκρατίας, καθώς δεν υπήρχαν οι κατάλληλοι υποδοχείς, ενώ παράλληλα υπήρξαν σημαίνουσες αντιστάσεις, όχι απαραίτητα λόγω σκοπιμότητας, αλλά εξαιτίας δυνάμεων αδράνειας και επιβιωμάτων άλλων περιόδων.
2) Τα κυβερνητικά στελέχη κλήθηκαν να διαχειριστούν την αντινομία ενός κόμματος της Αριστεράς, που ασκεί διακυβέρνηση κάτω από την πίεση των νεοφιλελεύθερων πολιτικών. Έτσι, σε πολλές περιπτώσεις, υπήρξαν οπισθοχωρήσεις, συμβιβασμοί, και σε κάποιες περιπτώσεις νοοτροπίες «ιδιοκτησίας» των μνημονιακών πολιτικών.
3) Δεν υπήρξαν οι κοινωνικές και κινηματικές διαθεσιμότητες στήριξης μιας μεταρρύθμισης, στο αντίποδα των πολιτικών που εφάρμοσε η συγκυβέρνηση ΝΔ-ΠΑΣΟΚ, προφανώς λόγω της εύλογης επιφυλακτικότητας απέναντι στην άσκηση πολιτικής σε συνθήκες μνημονίου. Ταυτόχρονα, στις συνδικαλιστικές οργανώσεις διαμορφώθηκαν ετερόκλητοι συσχετισμοί, που αντανακλούσαν τις κομματικές επιδιώξεις του κεντρικού πολιτικού σκηνικού, προτάσσοντας την πτώση του ΣΥΡΙΖΑ από την κυβέρνηση και άρα την άρνηση οποιασδήποτε συμβολής στη διαμόρφωση ενός νέου θεσμικού πλαισίου.
4) Σε κάποιες περιπτώσεις, δημιουργήθηκαν περισπασμοί και πειρασμοί επανάληψης πρακτικών, που αποσκοπούσαν στον έλεγχο της Δημόσιας Διοίκησης, υπονομεύοντας το πνεύμα και το γράμμα του νομοθετήματος.

Μια αριστερή πολιτική για το Δημόσιο

Βασικά συστατικά μιας Αριστερής πολιτικής για το Δημόσιο στη νέα περίοδο, πρέπει να είναι:
Α) ο έλεγχος της διαπλοκής, με τα ιδιωτικά συμφέροντα, και ειδικότερα με αυτό το είδος της «επιχειρηματικότητας», που «διέπρεψε» σε βάρος των συμφερόντων των εργαζομένων και της κοινωνίας.
Β) η επαναξιολόγηση της αποτελεσματικότητας των Ανεξάρτητων Αρχών και η θέσπιση μηχανισμών πολιτικού και κοινωνικού ελέγχου. Στην πλειονότητά τους, άλλωστε, αποτελούν θεσμίσεις νεοφιλελεύθερης σύλληψης, προκειμένου να αποστερήσουν κρίσιμες πλευρές της οικονομικής και κοινωνικής δραστηριότητας από την πολιτική και κοινωνική λογοδοσία.
Γ) η επαρκής χρηματοδότηση και στελέχωση του Δημόσιου Τομέα, ειδικότερα κρίσιμων περιοχών του που αφορούν την υγεία, την εκπαίδευση, την κοινωνική πρόνοια, την προστασία του περιβάλλοντος.
Δ) ο περαιτέρω εκδημοκρατισμός και η ανάπτυξη πλαισίων που να ενθαρρύνουν τη συνεργασία και την πρωτοβουλία των εργαζομένων.
Ε) η κατάργηση των επισφαλών σχέσεων εργασίας, η μετατροπή των θέσεων, που εκ των πραγμάτων ανταποκρίνονται σε πραγματικές ανάγκες, σε μόνιμες, η καθιέρωση μιας και μόνης μόνιμης εργασιακής σχέσης στο Δημόσιο.
ΣΤ) η αποκατάσταση των μισθολογικών απωλειών που υπέστησαν οι εργαζόμενοι στο Δημόσιο, οι οποίες προσεγγίζουν το 40%.
Οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές των ιδιωτικοποιήσεων και της απαξίωσης του Δημοσίου δεν αποτελούν μονόδρομο. Σε μια σειρά χώρες στην Ευρώπη, ακόμη και στη Β. Αμερική, αναπτύσσονται κινήματα διεκδίκησης των Κοινών και ολοκληρώνονται μεταρρυθμίσεις που επαναδημοτικοποιούν υπηρεσίες που μέχρι πρότινος ήταν ιδιωτικές.
Το Δημόσιο ως μηχανισμός έμμεσης αναδιανομής μπορεί να αμβλύνει τις συνέπειες της κρίσης, να παίξει ρόλο στη μείωση των ανισοτήτων, στην ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής και ως τέτοιο, το ισχυρό Δημόσιο, αποτελεί βασική προϋπόθεση για δίκαιη ανάπτυξη προς όφελος των εργαζομένων και της κοινωνίας.

*αντιπρόεδρος ΑΔΕΔΥ

Σημείωση:
Το κείμενο αποτελεί συντομευμένη εκδοχή της εισήγησης του Γ. Πετρόπουλου σε εκδήλωση του τμήματος Δημόσιας Διοίκησης του ΣΥΡΙΖΑ για το ρόλο της Δημόσιας Διοίκησης στη μεταμνημονιακή εποχή

ΠΗΓΗ: ΕΠΟΧΗ