Αναδημοσίευση από την «Εποχή» που κυκλοφορεί εκτάκτως το Σάββατο 23 Μαρτίου 2019

Τελικά, η «πρόβα συγκυβέρνησης ΝΔ – ΚΙΝΑΛ» στο 37ο Συνέδριο της ΓΣΕΕ στην Καλαμάτα, την οποία περιγράφαμε στην «Εποχή» προ 2 εβδομάδων, ματαιώθηκε, λόγω ακριβώς του κλίματος εκφυλισμού που αναλύσαμε στο εν λόγω ρεπορτάζ.

Ας ξεκινήσουμε, όμως, ανάποδα: πριν αναφερθούμε στις γνώριμες, το τελευταίο διάστημα, εικόνες βίας και αντεγκλήσεων που καταρρακώνουν το κύρος του συνδικαλιστικού κινήματος, αναρωτιόμαστε τι πρέπει να γίνει για να περιοριστούν τα φαινόμενα αυτά.

Σύμφωνα με όσα τονίζει στην «Εποχή», ο Κώστας Κεχαγιόγλου, ηχολήπτης, πρόεδρος της Ομοσπονδίας Θεάματος Ακροάματος και εκλεγμένος σύνεδρος για τις αρχαιρεσίες της Συνομοσπονδίας, «για να διεξαχθεί σε ομαλές συνθήκες το συνέδριο της ΓΣΕΕ, επιβάλλεται να γίνουν τα εξής: εκκαθάριση του μητρώου των συνδικαλιστικών οργανώσεων, δηλαδή δημιουργία αρχείου των μελών, το οποίο θα ελέγχει διαπαραταξιακά η ίδια η ΓΣΕΕ. Είναι κάτι που προβλέπεται από το 1982 (νόμος 1264), αλλά με ευθύνη όλων των παρατάξεων ποτέ δεν εφαρμόστηκε. Έτσι, υπάρχει το πεδίο να αλληλοκατηγορούνται οι παρατάξεις για νοθείες. Ακόμη, η διεξαγωγή των εκλογών να γίνεται με τη χρήση του ΑΜΚΑ και να ξεκινήσει ουσιαστικός διάλογος όλων των εμπλεκόμενων για την επικαιροποίηση του θεσμικού πλαισίου» (σ.σ.: θυμίζουμε ότι ο «1264» μετράει περίπου 37 χρόνια ζωής).

Ο ίδιος καταγράφει, ως μέρος του προβλήματος, το δικαίωμα να επικυρώνουν δικηγόροι (αντί για δικαστές, αποκλειστικά, όπως γινόταν μέχρι πρόσφατα) τις αρχαιρεσίες των σωματείων, κάτι που καθιερώθηκε από τη σημερινή κυβέρνηση (επί υπουργίας Κοντονή) και συνέβαλε στη διόγκωση των παρατυπιών.

Οι παραπάνω προϋποθέσεις τίθενται επιτακτικά από τις δυνάμεις που έχουν πολιτική αναφορά στον ΣΥΡΙΖΑ -μετά και τη συλλογική απόφαση του τμήματος Εργατικής Πολιτικής, την Τετάρτη 20/3 – δυνάμεις οι οποίες στη ΓΣΕΕ εκφράζονται μέσα από στο συμμαχικό σχήμα της «Ενωτικής Αγωνιστικής Κίνησης».

Η τελευταία αναγνωρίζει τις τεράστιες ευθύνες της πλειοψηφίας της ΓΣΕΕ (ΠΑΣΚΕ – ΔΑΚΕ), τόσο ως προς το περιεχόμενο των παρεμβάσεων της κορυφαίας συνδικαλιστικής οργάνωσης από τα χρόνια των μνημονίων και μετά, όσο και ως προς την «απουσία οργανωτικών μέτρων, που θα δώσουν τέλος σε όλες τις εκλογικές νοθεύσεις».

Τα παραπάνω δεν είναι καινούργια φαινόμενα και ούτε το ΠΑΜΕ είναι άμοιρο ευθυνών. Απλά τώρα, μπροστά στην αδυναμία του να αυξήσει την επιρροή του στο εργατικό κίνημα, ο συνδικαλιστικός βραχίονας του ΚΚΕ επέλεξε το δρόμο της ευθείας σύγκρουσης, διαλύοντας με τη βία τις διαδικασίες που δεν μπορεί να ελέγξει, όπως τα πρόσφατα συνέδρια των Εργατικών Κέντρων Θεσσαλονίκης και Κατερίνης, της ΟΙΥΕ και της ΓΣΕΕ.

Το ίδιο το ΠΑΜΕ πρωτοστατεί σε παρατυπίες: εκμεταλλευόμενο την ανυπαρξία εκλογικού βιβλιαρίου, άρα και ενιαίου μητρώου, χρησιμοποιεί σωματεία-σφραγίδες και πλαστούς συνέδρους. Οι εργολάβοι οικοδομών που συμμετέχουν στις εκλογές σωματείων, δεν διαφέρουν σε τίποτα από τους υπόλοιπους «εργοδότες» και «διευθυντικά στελέχη» που το ΠΑΜΕ «χρεώνει» σε άλλες παρατάξεις.

Η νέα… απόπειρα στις 4 Απριλίου

«Το ΠΑΜΕ δεν θέλει συλλογικές συμβάσεις, δεν θέλει επανάκτηση και διεύρυνση των εργασιακών δικαιωμάτων, διότι, σύμφωνα με το αφήγημά του, η σημερινή κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ είναι ακριβώς ίδια με τις προηγούμενες», σχολιάζει ο Κ. Κεχαγιόγλου.

«Γι’ αυτό εμείς κάνουμε λόγο για ψεύτικο δίπολο μεταξύ του ΠΑΜΕ και των ομάδων Παναγόπουλου – Κουτσούκη (σ.σ.: οι ηγεσίες ΠΑΣΚΕ και ΔΑΚΕ), το οποίο εντείνει την εικόνα απαξίωσης και κατάντιας του συνδικαλισμού», προσθέτει.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι, ως «λύση» απέναντι στις πρακτικές του ΠΑΜΕ, η ηγεσία της ΓΣΕΕ επέλεξε την επίθεση στην κυβέρνηση, διότι η τελευταία δεν προάσπισε, «με τη συνδρομή της αστυνομίας», τις εργασίες του συνεδρίου.

Η συνδικαλιστική γραφειοκρατία αδυνατεί να καταλάβει ότι μία «ζωντανή» ΓΣΕΕ, με συνδικάτα που θα αποτελούσαν δομές υγιούς συλλογικής δράσης και όχι διαμοιρασμού των συνδικαλιστικών «κουκιών» στα συνέδρια, δεν έφτασε σε αυτό το σημείο.

Οι ίδιοι οι εργαζόμενοι, πρώτοι θα προστάτευαν τις διαδικασίες και η ΓΣΕΕ δεν θα κινδύνευε, για πρώτη φορά μετά το 1985(!), να περιμένει από το πρωτοδικείο τον ορισμό προσωρινής διοίκησης.

Η ηγεσία προσπαθεί ακόμα να αποφύγει αυτήν την εξέλιξη, αλλά στην απόπειρα να συνεδριάσει η ολομέλεια της διοίκησης της ΓΣΕΕ, την Τετάρτη 20/3, επαναλήφθηκαν οι πρακτικές τραμπουκισμού από το ΠΑΜΕ, με αποτέλεσμα να αναζωπυρωθεί η ένταση.

Όπως ανακοίνωσε η ηγεσία της Συνομοσπονδίας, η ολομέλεια έλαβε απόφαση για την «fast track» διεξαγωγή του 37ου Συνεδρίου στις 4 Απριλίου, σε άγνωστο ακόμα τόπο. Ημέρα που αναμένεται να επανακάμψει το ΠΑΜΕ, καταγγέλλοντας και διαλύοντας εκ νέου τις «στημένες διαδικασίες» της «συνδικαλιστικής μαφίας».

Παράλληλα, η ηγεσία της ΓΣΕΕ, αρχής γενομένης με τις συναντήσεις του Παναγόπουλου με Γεννηματά, Παπακώστα και Βούτση (την περασμένη Τετάρτη και Πέμπτη), επιχειρεί να αναβαθμίσει το ζήτημα ζητώντας τη στήριξη του πολιτικού κόσμου.

Την ίδια στιγμή, ρίχνει λάδι στη φωτιά διακινώντας μήνυμα στο οποίο χαρακτηρίζει το ΠΑΜΕ «εγκληματική οργάνωση».

Το ΠΑΜΕ «αντιπρότεινε», λίγες ώρες μετά την ένταση, να συνεδριάσει (ξανά!) το ΔΣ της ΓΣΕΕ «χωρίς τη συμμετοχή του εργοδότη-συνδικαλιστή Καραγεωργόπουλου και να αποφασίσει συνολικά για τους όρους πραγματοποίησης συνεδρίου, με βάση το καταστατικό της Συνομοσπονδίας, τη μέρα και τον τόπο διεξαγωγής». Μάλλον η «κολοκυθιά» θα παίζεται μέχρι να αναλάβει η δικαιοσύνη να βγάλει το φίδι από την τρύπα.

Το πραγματικό δίπολο

Αυτό, ωστόσο, που τελικά έχει σημασία, δεν είναι η διεξαγωγή αυτού καθεαυτού του συνεδρίου, αλλά η συζήτηση των κρίσιμων ζητημάτων για τον κόσμο της εργασίας.

«Το πραγματικό δίπολο που αναδεικνύεται στη συγκεκριμένη συγκυρία, απέναντι στα ψευτοδιλήμματα που θέτουν η ηγεσία της ΓΣΕΕ και το ΠΑΜΕ, είναι από τη μια οι δυνάμεις όσων παλεύουμε για υπογραφή Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας (ΣΣΕ), διαφάνεια, ενεργή και ισότιμη συμμετοχή εργαζομένων στα συνδικάτα, και από την άλλη πλευρά, οι δυνάμεις που είτε εξυπηρετούν εργοδοτικά συμφέροντα, προσβλέποντας σε ιδιοτελή οφέλη, είτε αυτοανακηρύσσονται υπερασπιστές των εργαζομένων, υπονομεύοντας στην ουσία τις προσπάθειες υπογραφής ΣΣΕ για κομματικό όφελος», υπογραμμίζει σχετικά ο κ. Κεχαγιόγλου.

Εδώ είναι και το μείζον διακύβευμα: η υπογραφή ΣΣΕ και η πίεση στην κυβέρνηση να επεκτείνει περισσότερο το πλαίσιο διεκδικήσεων, μετά την επαναφορά της επεκτασιμότητας και της αρχής της ευνοϊκότερης ρύθμισης. Τα συνδικάτα ζητούν την κατάργηση της ΠΥΣ 6 του 2012 και την επαναφορά στη συλλογική διαπραγμάτευση της Εθνικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας για τον καθορισμό του κατώτατου μισθού (η αύξηση του οποίου έγινε με υπουργική απόφαση).

Παρά τις όποιες ενστάσεις υπάρχουν απέναντι στην κυβέρνηση, δεδομένου ότι, όπως έχουμε ξαναγράψει στην «Εποχή», οι εργοδότες διατηρούν παραθυράκια παράκαμψης των ΣΣΕ που υπογράφονται, τα συνδικάτα μπορούν να βρουν πεδίο ανασυγκρότησης και επαφής με τη συντριπτική πλειονότητα των εργαζομένων, που παραμένουν εκτός συλλογικής δράσης.

Τους τελευταίους μήνες υπάρχουν παραδείγματα σωματείων στη ναυτιλία, τον τουρισμό, τις μεταφορές (ΣΣΕ στην ΤΡΑΙΝΟΣΕ και στο υπαλληλικό προσωπικό στον ΟΛΠ), στους κούριερ, στο ραδιόφωνο (ΕΤΕΡ), στον επισιτισμό και στο τρόφιμο, που έχουν καταφέρει να διατηρήσουν σε πολύ καλό επίπεδο οικονομικά και θεσμικά ζητήματα. Επίσης, υπάρχουν περιπτώσεις όπου ο συλλογικός αγώνας έφερε αποτέλεσμα σε μικρές ή μεγαλύτερες μάχες: Λιπάσματα Καβάλας, Τράπεζα Πειραιώς, εργαζόμενοι στα ΚΤΕΛ, ιδιωτικοί εκπαιδευτικοί κ.α.

Όχι χωρίς εμπόδια: εργοδότες, μπροστά ακριβώς στον κίνδυνο να διευρυνθούν οι διεκδικήσεις των εργαζομένων στη νέα αυτή, μεταμνημονιακή, περίοδο, κινούνται εκδικητικά με απολύσεις, μειώσεις μισθών ακόμα και πράξεις τρομοκρατίας σε βάρος όσων αγωνίζονται.

Μακριά από τις μάχες χαρακωμάτων στη ΓΣΕΕ, που αναμένεται να συνεχιστούν, τα συνδικάτα οφείλουν, αντί να βουλιάζουν στο βούρκο των κομματικών στρατών, της γραφειοκρατίας και της οικονομικής διαφθοράς, να ξανακερδίσουν τους ανθρώπους της μισθωτής εργασίας, εντάσσοντας τους «εκτός των τειχών» (νέους, γυναίκες, μετανάστες) στις δομές τους. Να σηματοδοτήσουν ότι οι κοινωνικές αντιστάσεις και ο συλλογικός αγώνας μπορούν να φέρουν αποτελέσματα και να εμπνεύσουν την αισιοδοξία ότι το παιχνίδι δεν είναι στημένο, ότι κάτι πάει να ανθίσει μέσα στο εργατικό κίνημα.

Του Τάσου Γιαννόπουλου,

ΠΗΓΗ: left.gr και ΕΠΟΧΗ