Το ρεπορτάζ δημοσιεύεται στην «Εποχή» που κυκλοφορεί εκτάκτως το Σάββατο 15 Ιουνίου 2019

«Επταήμερο εργασίας απέναντι στους “εκβιασμούς” των ελέγχων και τα πρόστιμα», ήταν το αίτημα που τέθηκε πρόσφατα στον κ. Μητσοτάκη από επιχειρηματίες της Κω. «Θα σαρώσουμε ως οδοστρωτήρες τα εμπόδια στην επιχειρηματικότητα», η απάντησή του, που έφερε ξανά στην επιφάνεια τις θέσεις της ΝΔ για περαιτέρω ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων.

Αυτά τα «εμπόδια» είχε ήδη φροντίσει το κόμμα του να περιορίσει τα προηγούμενα χρόνια, με, ομολογουμένως, σημαντική επιτυχία.

Ο λόγος για το Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας (ΣΕΠΕ), την κεντρική διεύθυνση του οποίου επισκέφθηκε την Πέμπτη 13/6 ο Αλ. Τσίπρας, θέλοντας να στείλει το ακριβώς αντίθετο μήνυμα από το κλείσιμο του ματιού του Μητσοτάκη στους παραβάτες της εργατικής νομοθεσίας.

Μία υπηρεσία η οποία (και) επί των ημερών Βρούτση συρρικνώθηκε και απαξιώθηκε σε τέτοιο βαθμό, που οι έλεγχοι, ειδικά σε μεγάλες επιχειρήσεις, ήταν κακόγουστο αστείο.

Αποψίλωση

Συγκεκριμένα, με βάση το οργανόγραμμα του 2013 – 2014, καταργήθηκαν τμήματα της Επιθεώρησης Εργασίας σε πάνω από έξι νομούς της χώρας, αφήνοντας ευρύτατες γεωγραφικές περιοχές με έντονη οικονομική δραστηριότητα και δεκάδες χιλιάδες εργαζόμενους χωρίς την παρουσία επιθεωρήσεων.

Καταργήθηκε ακόμα και το νομικό τμήμα της υπηρεσίας, καθώς και οργανικές θέσεις, παρά τις αντιδράσεις των συνδικαλιστικών εκπροσώπων των εργαζομένων, οι οποίοι είχαν καταγγείλει στη Διεθνή Οργάνωσης Εργασίας (ILO) την πλήρη απογύμνωση της υπηρεσίας.

Φαίνεται ότι ήταν συνειδητή επιλογή η υποβάθμιση των ελεγκτικών μηχανισμών, ως ένα ακόμα λιθαράκι προς την πλήρη απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων και την ανενόχλητη αυθαιρεσία των εργοδοτών.

Αντίθετα, επί ημερών ΣΥΡΙΖΑ, το προσωπικό του ΣΕΠΕ έφτασε τα 950 άτομα, ενισχυμένο με πάνω από 240 εργαζόμενους, ή κατά περίπου 35% σε σχέση με το 2014.

Παράλληλα, με τον νέο οργανισμό του υπουργείου Εργασίας (ΠΔ 134/2017), επανασυστάθηκαν τα καταργηθέντα τμήματα, ενώ οι οργανικές θέσεις αυξήθηκαν από 829 σε 970.

Η παραβατικότητα μειώνεται μόνο με έλεγχο

Κι όμως, όταν ρωτήθηκε για την εργοδοτική αυθαιρεσία, κατά τη διακαναλική συνέντευξη Τύπου πριν τις ευρωεκλογές της 26ης Μαίου, ο κ. Μητσοτάκης είχε «θυμίσει» ότι: «η Κυβέρνηση της ΝΔ ήταν αυτή η οποία επέβαλε πρόστιμο 10.500 ευρώ σε επιχειρήσεις για ανασφάλιστη εργασία. Δεν το έκανε ο ΣΥΡΙΖΑ, εμείς το κάναμε. Άρα, δεν διαπραγματεύομαι την εφαρμογή της εργατικής νομοθεσίας, ούτε έχω αυταπάτες ότι όλοι οι επιχειρηματίες είναι άγγελοι».

Πράγματι, υπό την πίεση της τρόικας για μείωση της «μαύρης» εργασίας, είχε θεσπιστεί υψηλό πρόστιμο, το οποίο με διαφορετική «αρχιτεκτονική» ισχύει και σήμερα.

Ωστόσο, η υπόλοιπη «αλήθεια» που δεν λέει η ΝΔ είναι ότι ήταν τέτοια η κατάσταση του ΣΕΠΕ, που ήταν σχεδόν αδύνατον να γίνουν έλεγχοι: έλλειψη προσωπικού, αυτοκινήτων για τους ελεγκτές, περικοπή των εξόδων μετακίνησης (τα οποία σήμερα έχουν αυξηθεί στα 300 ευρώ το μήνα) και ένα γενικότερο «πνεύμα» που προέτρεπε σε απλές «συστάσεις» (αντί προστίμων) στους παραβάτες.

Άλλωστε, τρόικα και ΝΔ – ΠΑΣΟΚ είχαν κοινή αντίληψη ότι ως παραβατικότητα εκλαμβάνουμε μόνο την ανασφάλιστη εργασία και όχι την παραβίαση των ωραρίων, τη μη τήρηση των αδειών, τη μη καταβολή προσαυξήσεων, την «κλοπή» των δώρων, την εκπρόθεσμη καταβολή των μισθών και πολλά ακόμα.

Αξίζει εδώ να σημειώσουμε ότι το έργο των ελεγκτών δυσκόλευε το νομοθετικό πλαίσιο που, για παράδειγμα, καθιστούσε περιττή την υπογραφή του εργαζόμενου στο εκκαθαριστικό των αποδοχών ή την άδεια (το τελευταίο άλλαξε πολύ πρόσφατα με τη νομοθέτηση για ηλεκτρονική προδήλωση της άδειας που λαμβάνει ο εργαζόμενος).

Στον αντίποδα, η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ καθιέρωσε την υποχρεωτική κατάθεση του μισθού σε τραπεζικό λογαριασμό, κάτι που ορισμένοι εργοδότες προσπαθούν να παρακάμψουν, εξαναγκάζοντας τους εργαζόμενους να τους επιστρέφουν τα χρήματα.

«Μπακαλοτέφτερα»

Ιδιαίτερα για τις απλήρωτες υπερωρίες (δηλαδή την υποδηλωμένη εργασία), είναι μνημειώδης ο νόμος 4225 του 2014 που, με πρόσχημα τη μείωση της γραφειοκρατίας και τη «διευκόλυνση των επιχειρήσεων», καθιέρωσε την χειρόγραφη(!) καταγραφή των τροποποιήσεων του ωραρίου, καθώς και των υπερωριών στα «Ειδικά Βιβλία Υπερωριών», μη θεωρημένα, τα οποία μπορούσε να «μαγειρεύει» κατά το δοκούν ο εργοδότης.

Κάτι σαν… μπακαλοτέφτερα, τα οποία αντικαταστάθηκαν από την ηλεκτρονική (ή μέσω sms) εκ των προτέρων δήλωση των αλλαγών του ωραρίου και την προδήλωση της υπερωριακής απασχόλησης ή της υπερεργασίας. Αυτό το μέτρο οδήγησε το τρίτο τετράμηνο του 2018, σε αύξηση των δηλωμένων ωρών υπερεργασίας και υπερωρίας κατά 174% (σε σχέση με το τρίτο τετράμηνο του 2017, όταν δεν ίσχυε το εν λόγω νομοθετικό πλαίσιο).

Επίσης, για πρώτη φορά πληρώθηκαν περίπου 6 εκατομμύρια ώρες υπερεργασίας, που μέχρι σήμερα δεν δηλωνόταν.

*ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ: Έπεσε βαριά η «καμπάνα» στη Leroy Merlin

Κανένα «άβατο»

Κι αν ο Μητσοτάκης εγγυάται την απουσία ελέγχων, πολλά παραδείγματα αποδεικνύουν ότι την τελευταία τετραετία έπαψαν να υπάρχουν «άβατα» για τους επιθεωρητές εργασίας.

Για πρώτη φορά είδαμε ελέγχους και υψηλά πρόστιμα σε τράπεζες (με πιο χαρακτηριστικό το πρόστιμο 1,6 ύψους εκατ. ευρώ, σε ένα μόνο έλεγχο στην τράπεζα Πειραιώς), που τελικά αναγκάστηκαν να προσαρμόσουν το ωράριο συναλλαγών, ώστε να συμμορφωθούν με την τήρηση των ωραρίων.

Επιβλήθηκαν ακόμα και τριήμερα «λουκέτα» σε υποκαταστήματα τραπεζών, χάρη στην αξιοποίηση του νέου νομοθετικού πλαισίου (άρθρο 33 του νόμου 4488/2017).

*ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ: «Ζούμε μία κοσμογονία μετά το λουκέτο στην τράπεζα Πειραιώς»

Αξιοσημείωτη είναι και η εντατικοποίηση των ελέγχων: από τους 177.569 της τριετίας 2012 – 2014, στους 237.605 της τριετίας 2015 – 2017.

Ως αποτέλεσμα, μεταξύ άλλων, οι «σεσημασμένοι» παραβάτες, οι εργολαβικές εταιρείες καθαρισμού και φύλαξης, υπέστησαν 3.317 ελέγχους (2015 – 2018) οι οποίοι οδήγησαν σε πρόστιμα ύψους σχεδόν 8 εκατ. ευρώ.

Συνολικά, στους κλάδους υψηλής παραβατικότητας, το ποσοστό αδήλωτης εργασίας μειώθηκε στο 8,94% το 2018, από 12,4% το 2017, 13,58% το 2016, 16,48% το 2015 και 19,17% το 2014. Συγκρίνοντας τα έτη 2018 και 2014 η μείωση είναι 10,23 ποσοστιαίες μονάδες.

Συμπέρασμα; Το ΣΕΠΕ πρέπει να ενισχυθεί ακόμα περισσότερο, ως εργαλείο προστασίας των εργατικών δικαιωμάτων και να μη μετατραπεί ξανά σε σώμα… αδιαφορίας απέναντι στην παραβατικότητα.

Αναδημοσίευση από left.gr