Μετά τις εκλογές της 7ης Ιουλίου, αν και είναι πολύ νωρίς, μπορούν να γίνουν κάποιες αρχικές παρατηρήσεις για τις προτεραιότητες που θα έχει η νέα πολιτική ηγεσία του υπουργείου Πολιτισμού, όπως αυτές διατυπώθηκαν σε κείμενα (πρόγραμμα Ν.Δ. για τον πολιτισμό), αλλά και τα όσα λίγα ειπώθηκαν κατά την τελετή παράδοσης – παραλαβής στο ΥΠΠΟΑ.

Από τα προηγούμενα προκύπτουν κάποια ερωτήματα: Υπάρχει κάτι το νεωτερικό σε όσα έχουν ειπωθεί μέχρι στιγμής; Θα συνεχίσουμε να αντιμετωπίζουμε την πολιτιστική κληρονομιά και τη σύγχρονη καλλιτεχνική δημιουργία ως πυλώνες ανάπτυξης και παιδείας ή θα αναβιώσει το παλιό κακέκτυπο μοντέλο των αφόρητων κλισέ περί του πολιτισμού ως «βαριάς βιομηχανίας της χώρας» και απλού παρακολουθήματος της ροής τουριστών; Ακόμα χειρότερα, μήπως θα βρεθούμε απέναντι σ’ ένα μαζικό κύμα ιδιωτικοποιήσεων δημόσιων δομών, όπως τα μεγάλα δημόσια αρχαιολογικά μουσεία;

Εκτιμούμε, από την τρέχουσα ειδησεογραφία, ότι τα προηγούμενα δεν είναι απλή κινδυνολογία από κάποιους εμμονικούς λάτρεις του «αργόσχολου δημόσιου τομέα» και εχθρούς τάχα των επενδύσεων. Ας δούμε μια δυο χαρακτηριστικές περιπτώσεις.

Στη λογική της ιδιωτικοποίησης

Τι προτείνει η Ν.Δ. για την ανάγκη χάραξης μιας σύγχρονης μουσειακής πολιτικής;

Εξ όσων έχουμε αλιεύσει μέχρι σήμερα η πρόταση για τα μουσεία κινείται στη λογική της ιδιωτικοποίησής τους. Με πρόσχημα την αναγκαία αναβάθμιση του ιστορικού κέντρου, ακούσαμε ότι το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο για αρχή θα πρέπει να μετατραπεί σε ΝΠΔΔ, κάτι που σημαίνει την αποκοπή του από τον φυσικό του φορέα που είναι το ΥΠΠΟΑ, την αυτόνομη διοίκησή του από Δ.Σ., που προφανώς θα αποτελείται από εκλεκτούς της πολιτικής ηγεσίας, την αυτοτελή διαχείρισή των οικονομικών του πόρων.

Θυμίζουμε σε όσους κάνουν ότι το ξεχνούν πως τα έσοδα των μουσείων και των αρχαιολογικών χώρων ευθύς εξαρχής λειτουργούν αναδιανεμητικά μέσω του μηχανισμού του ΤΑΠ καλύπτοντας τις λειτουργικές ανάγκες του συνόλου των μνημείων της χώρας, τις ανάγκες υπηρεσιών του υπουργείου Πολιτισμού, τις αποζημιώσεις που δίδονται σε ιδιώτες για απαλλοτριώσεις ιδιοκτησιών για αρχαιολογικούς σκοπούς και, τέλος, βοηθούν το αναπτυξιακό έργο του ΥΠΠΟΑ.

Είναι προφανές ότι, αν επεκταθεί το μοντέλο του Νέου Μουσείου Ακροπόλεως στα υπόλοιπα μεγάλα δημόσια μουσεία, οδηγούμαστε σε οικονομικό στραγγαλισμό, καθώς οι μικρές μονάδες δεν θα χρηματοδοτούνται και οι μεγάλες θα λειτουργούν ανεξάρτητα. Σ’ αυτό το σημείο κατά τη γνώμη μας εγείρονται ζητήματα αντισυνταγματικότητας, για να μην αναφερθούμε στο εφιαλτικό σενάριο μεικτών σχημάτων, που θα αναλάβουν τη διαχείριση και των αρχαιολογικών χώρων, οδηγώντας κατ’ ουσίαν στη διάλυση του ΥΠΠΟΑ και στην ξέφρενη είσοδο «επενδυτών», οι οποίοι ουσιαστικά θα εισπράττουν πόρους που σήμερα κατευθύνονται στα δημόσια ταμεία.

Σ’ αυτή την περίπτωση το Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων, από ένας σύγχρονος φορέας που πρέπει να γίνει, θα μετατραπεί σε χώρο υποδοχής «έξυπνων» επιχειρηματικών σχεδίων από τον ιδιωτικό τομέα.

Οικονομικός στραγγαλισμός και λουκέτο

Η πρόταση αυτή οδηγεί κατευθείαν στον μαρασμό και το κλείσιμο δεκάδων αρχαιολογικών χώρων και μουσείων και στον οικονομικό αφανισμό του ΥΠΠΟΑ.

Νομίζουμε ότι μπροστά μας ξεδιπλώνεται αυτό που θα ονομάζαμε διπλή ιδιωτικοποίηση: ιδιώτες σε μουσεία και αρχαιολογικούς χώρους, αλλά και ιδιώτες που θα καλύπτουν λειτουργίες του ΥΠΠΟΑ, το οποίο, λόγω του οικονομικού στραγγαλισμού που θα επέλθει, δεν θα μπορεί να ανταποκριθεί σε βασικές του υποχρεώσεις.

Προφανώς η συζήτηση για τον εκπαιδευτικό χαρακτήρα των μουσείων, των μνημείων, των αρχαιολογικών χώρων και την «ορθολογική ψυχαγωγία», που πρέπει να προσφέρουν στο κοινό ως χώροι πολιτισμού, δεν φαίνεται να απασχολεί τη Ν.Δ. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό.

Στο ίδιο πρόγραμμα διαβάζουμε για νέες αντιλήψεις στο ωράριο λειτουργίας των αρχαιολογικών χώρων, τη φύλαξη, την καθαριότητα και την προβολή.

Αλήθεια, η λογική ερώτηση είναι ποιες θα είναι αυτές οι νέες αντιλήψεις. Ο κ. Μητσοτάκης, όχι πολύ παλιά, είχε αναρωτηθεί για την αναγκαιότητα φύλαξης της Δήλου σε περιόδους χαμηλής επισκεψιμότητας. Λες και η φύλαξη σχετίζεται αποκλειστικά με την τουριστική κίνηση κι όχι με την ανάγκη για την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς.

Για την επιτάχυνση των διαδικασιών και τη διευκόλυνση επενδυτικών σχεδίων δεν χρειάζεται να πούμε πολλά. Το ιεραποστολικό μένος ενάντια στ’ αρχαία, πολύ πρόσφατο το παράδειγμα του Ελληνικού ή του Πειραιά, με τη στρέβλωση των πραγματικών γεγονότων, μιλάει από μόνο του. Το ξαναζεσταμένο σχέδιο για τις fast track επενδύσεις, με την καταπάτηση της αρχαιολογικής νομοθεσίας, η εξυπηρέτηση εργολαβικών συμφερόντων ημετέρων, όπου οι αρχαιότητες πρέπει να αποδομούνται ή να καταστρέφονται γιατί τάχα δεν υπάρχουν τεχνικές λύσεις, κατέπεσε εκκωφαντικά στην περίπτωση του μετρό στη Θεσσαλονίκη με την κατά χώρα διατήρηση των αρχαιοτήτων, παρά τις λυσσαλέες αντιδράσεις που υπήρξαν.

Αναβιώνουν οι μέρες της Αμφίπολης

Τέλος φαίνεται να αναβιώνουν οι μέρες της Αμφίπολης. Όλοι μας θυμόμαστε τον τρόπο με τον οποίο έγινε η διαχείριση της έρευνας στον τύμβο Καστά. Κατά τη γνώμη μας, εκτός των άλλων, εκείνη την περίοδο υπήρξε η αποθέωση της ιδεολογικής χρήσης της επιστημονικής έρευνας, όχι μόνο για να αποκομίσει ο παραπαίων πολιτικά τότε κ. Σαμαράς πολιτικά οφέλη, αλλά και για να οικοδομηθεί με αφορμή την αρχαιολογική έρευνα το νέο αφήγημα για τη μακεδονικότητα και την ανάδειξη ενός νέου εθνικισμού, που ταλαιπώρησε τη χώρα και συνεχίζει να την ταλαιπωρεί.

Για όλους εμάς τα μνημεία δεν μπορεί να είναι υπηρέτες πολιτικών σχεδιασμών. Υπάρχουν για να μας θυμίζουν το χρέος μας απέναντι στην πολιτιστική κληρονομιά και στις επερχόμενες γενιές, μας εκπαιδεύουν, μας θυμίζουν την ιστορική συνέχεια, αποτελούν στοιχεία της πολιτισμικής μας ταυτότητας.

* Ο Δέδες Λιόνης είναι αρχαιολόγος και πρόεδρος του Ενιαίου Συλλόγου Υπαλλήλων του ΥΠΠΟΑ