Αντιδράσεις έχει προκαλέσει η τροπολογία του υπουργείου Εργασίας που πέρασε την Πέμπτη (8/8) από την Ολομέλεια της Βουλής, αναφορικά με τον βάσιμο λόγο απόλυσης. Σύμφωνα με τους επικριτές της, «βόμβα» στα εργασιακά έβαλε η απόφαση του Γιάννη Βρούτση και της επιστημονικής του ομάδας να καταργήσει το άρθρο 48 του Ν. 4611/2019. Σύμφωνα με αυτό, μία απόλυση, θεωρείται έγκυρη μόνο αν οφείλεται σε βάσιμο λόγο σύμφωνα με τον Αναθεωρημένο Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Χάρτη (άρθρο 24), τον οποίο επικαλείται ο εργοδότης  και οφείλει να τον αποδεικνύει.

Πλεόν οι εργαζόμενοι επιφορτίζονται με το βάρος της απόδειξης της αναίτιας- άδικης απόλυσης, ενώ ο εργοδότης δεν είναι υποχρεωμένος να δικαιολογήσει την απόφασή του. Σύμφωνα με τον εργατολόγο Γιάννη Καρούζο, εργαζόμενοι με την προηγούμενη διάταξη της Αχτσιόγλου είχαν απολυθεί και προσέφυγαν στις Επιθεωρήσεις Εργασίας υποστηρίζοντας ότι δεν υπήρχε βάσιμος λόγος και περίμεναν την απόφαση της αρμόδιας Επιθεώρησης Εργασίας. Αν λοιπόν η τροπολογία έχει αναδρομική ισχύ, οι εργαζόμενοι αυτοί έχουν χάσει την προθεσμία, διότι εάν ο νομός Αχτσιόγλου καταργείται αναδρομικά, δεν μπορούν πλέον να ασκήσουν αγωγή.

Άρα αν ένας εργαζόμενος ο οποίος έχει απολυθεί και έχει προσφύγει στην Επιθεώρηση Εργασίας για να ζητήσει επαναπρόσληψη, αυτή τη στιγμή -αν έχει αναδρομική εφαρμογή ο νόμος- χάνει το δικαίωμα του να απευθυνθεί στο ΣΕΠΕ (Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας).

Σε σχέση με το ουσιαστικό του δικαίωμα, δηλαδή κατά πόσο προστατεύεται ή όχι ο εργαζόμενος, ο κ. Καρούζος διευκρινίζει ότι ούτως ή άλλως στην Ελλάδα κάθε απόλυση του εργοδότη κρίνεται ως καταχρηστική ανά πάσα στιγμή. Όμως, ενώ η διάταξη Αχτσιόγλου έδινε το βάρος απόδειξης στον εργοδότη να προσκομίσει στοιχεία που να δικαιολογούν ότι καλώς απέλυσε έναν εργαζόμενο, τώρα με τη διάταξη που καταργείται από τον Γιάννη Βρούτση, επανέρχεται το προηγούμενο καθεστώς που ίσχυε στην χώρα μας από το 1920 και θα πρέπει ο εργαζόμενος να υποστηρίξει ότι κακώς απολύθηκε και ο εργοδότης θα κληθεί για να εκθέσει τα επιχειρήματά του.

Το βάρος απόδειξης ότι κακώς απολύθηκε το έχει πλέον ο εργαζόμενος, ο οποίος μπορεί και πάλι να πάει στην Επιθεώρηση Εργασίας και έχει τρίμηνη προθεσμία για να προσφύγει και δικαστικά – δεν αναστέλλεται το δικαίωμά του αυτό. Θα πρέπει όμως να προσέξει αν προσφύγει στην επιθεώρηση εργασίας να μην χάσει το τρίμηνο από τη δικαστική άσκηση του δικαιώματός του, γιατί σε αντίθετη περίπτωση χάνει τα πάντα. Μιλώντας στο ethnos.gr ο εργατολόγος Γιάννης Καρούζος, τόνισε μεταξύ άλλων ότι η διάταξη πάσχει αντισυνταγματικότητας, αφού παραβιάζει τον βασικό κανόνα της ασφάλειας του δικαίου.

«Η διάταξη νόμου κατά την άποψή μου, με την διατύπωση που περιλαμβάνει στο περιεχόμενό της, ότι δηλαδή καταργούνται αφότου ίσχυσαν οι προηγούμενες διατάξεις (του βάσιμου λόγου απόλυσης) θα δημιουργήσει σοβαρά προβλήματα για τις καταγγελίες των συμβάσεων εργασίας των εργαζόμενων, που είχαν στο μεταξύ συντελεστή με βάση το πρόσφατο καθεστώς, ειδικά δε εκείνων των εργαζόμενων που προσέφυγαν στην Επιθεώρηση Εργασίας κι ανεστάλη η προθεσμία δικαστικής προστασίας τους.

Κατά την άποψή μου ο νόμος δεν θα πρέπει να έχει αναδρομική εφαρμογή, διότι δεκάδες υποθέσεις από εκκρεμείς αγωγές θα έχουν αρνητικό αποτέλεσμα για τους εργαζόμενους, ενώ η αναδρομική εφαρμογή του νόμου θα αναγκάσει τις επιχειρήσεις στο να επαναλάβουν τις απολύσεις, θέμα το οποίο είναι τεράστιο. Το υπουργείο θα πρέπει να αποσαφηνίσει αν η διάταξη θα έχει αναδρομική ισχύ, ειδάλλως, η διάταξη πάσχει συνταγματικότητας, αφού παραβιάζει τον βασικό κανόνα της ασφάλειας του δικαίου».

Αναδημοσίευση από ethnos.gr