Ο εργαζόμενος δικαιούται την κανονική του άδεια ακόμη και μετά από μακροχρόνια απουσία του λόγω ασθενείας. Δεν απαιτείται η παροχή πραγματικής εργασίας για την διατήρηση του δικαιώματος. Η ευρωπαϊκή νομοθεσία για την άδεια και συμπεράσματα.

Σύμφωνα με την Απόφαση Αριθμό 7/2019 της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, η πολύμηνη απουσία του εργαζόμενου για λόγους υγείας, καθώς εμποδίζεται ο εργαζόμενος να εργασθεί χωρίς να φέρει ευθύνη ο ίδιος για την απουσία από την εργασία του, δεν του στερεί το δικαίωμα σε άδεια και επίδομα αδείας

Η πλήρης Ολομέλεια του Αρείου Πάγου έκρινε πως οι αποδοχές άδειας και το επίδομα άδειας αποτελούν συνακολούθημα της άδειας αναψυχής, ως συνυφασμένα με αυτήν λόγω της στενής σχέσης, που υπάρχει μεταξύ τους. Έτσι, σύμφωνα με την απόφαση, «εφόσον ο εργαζόμενος συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις για τη χορήγηση σ’ αυτόν ετήσιας άδειας, δικαιούται να λάβει, εκτός από την αυτούσια άδεια, τις αποδοχές άδειας και το επίδομα άδειας, που προβλέπουν οι διατάξεις των άρθρων 3 παρ.1 και 8 του ΑΝ 539/1945 και άρθρο 3 παρ.16 του Ν.4504/1966, διότι οι μισθολογικές αυτές παροχές (αποδοχές άδειας και επίδομα άδειας) χορηγούνται μόνον, εφόσον υπάρχει ενεργό δικαίωμα για άδεια αναψυχής».

Για τη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως έκριναν οι αρεοπαγίτες, ο εργαζόμενος «δεν εργάστηκε καθόλου εντός του έτους 2014 και κατ’ αρχήν υπερέβη τα όρια βραχείας ασθένειας, που εδικαιούτο (3 μήνες), απουσιάζοντας εννέα μήνες και 2 ημέρες και ειδικότερα, από τις 9-8-2013, που συνέβη το ατύχημα έως την επιστροφή του στην επιχείρηση, στις 11-5-2014, οπότε έληξε η αναρρωτική του άδεια».

Κατά την Ολομέλεια, όμως, «η απουσία του δεν ήταν αδικαιολόγητη, ώστε να καταλογιστεί στις ημέρες της κανονικής άδειας αναψυχής του έτους 2014 και να απομειώσει αυτήν, εφόσον εκ του λόγου αυτού δεν μπόρεσε να ασκήσει το δικαίωμά του για ετήσια άδεια μετ’ αποδοχών». Ειδικότερα, όπως αναφέρεται στην απόφαση ο εργαζόμενος «εφόσον τελούσε σε αναρρωτική άδεια και για το λόγο αυτό δεν μπόρεσε να ασκήσει το δικαίωμά του για άδεια αναψυχής αυτουσίως , η αξίωσή του μετατράπηκε σε χρηματική και συνακόλουθα, δικαιούται τις αποδοχές άδειας και το επίδομα άδειας ως συνακολούθημα της άδειας αναψυχής».

Σε όλους τους μισθωτούς (πλην ελαχίστων εξαιρέσεων ), οι οποίοι παρέχουν εξαρτημένη εργασία, τόσο στον ιδιωτικό, όσο και στο δημόσιο τομέα, είτε με έγκυρη σύμβαση, είτε με απλή σχέση εργασίας, πρέπει να χορηγείται μέσα σε κάθε ημερολογιακό έτος άδεια αναψυχής με τις συνήθεις αποδοχές. Η άδεια αυτή, που αποκαλείται «κανονική άδεια», για να ξεχωρίζει από άλλες μορφές αδείας, αποβλέπει αφενός στη διατήρηση της σωματικής και ψυχικής ευεξίας των εργαζομένων και αφετέρου στη δυνατότητα συμμετοχής ενός εκάστου στα αγαθά του ελευθέρου χρόνου. Ο εργοδότης πρέπει σε κάθε περίπτωση να χορηγήσει την άδεια μέσα στο ημερολογιακό έτος για το οποίο πρόκειται. Η αίτηση, την οποία ενδεχομένως θα υποβάλει ο μισθωτός, έχει σημασία μόνο για τον προσδιορισμό της χρονικής περιόδου κατά την οποία αυτός επιθυμεί να λάβει την άδεια. Εάν για οποιοδήποτε λόγο δεν καταστεί εφικτή η χορήγηση της άδειας αυτουσίως μέσα στο ημερολογιακό έτος, στο οποίο αυτή αντιστοιχεί, η αξίωση για την άδεια μετατρέπεται σε χρηματική. Τότε, ο εργοδότης οφείλει να καταβάλει στον εργαζόμενο τις αποδοχές, τις οποίες θα κατέβαλλε, εάν ο τελευταίος είχε λάβει την άδεια αυτουσίως (αποδοχές άδειας).

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ.6 ΑΝ 539/1945 και 5 παρ.3 Ν.2112/1920 τα διαστήματα, κατά τα οποία ο μισθωτός απέχει από την απασχόλησή του λόγω βραχείας σχετικής διάρκειας ασθένειας, θεωρούνται ως χρόνος απασχόλησης και δεν συμψηφίζεται προς τις ημέρες της άδειας, τις οποίες αυτός δικαιούται, την οποία επομένως δεν απομειώνουν. Ο λόγος θέσπισης της διάταξης αυτής ήταν να μην αποστερείται από την κανονική του άδεια ο μισθωτός, που απέχει από την εργασία του λόγω βραχείας ασθένειας επί διαστήματα, που ποικίλλουν ανάλογα με τα έτη υπηρεσίας του

Καταλυτικό ρόλο όμως στην ερμηνεία των ανωτέρω διατάξεων διαδραματίζουν οι διατάξεις του άρθρου 7 της οδηγίας 2003/88 της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε συνδυασμό με το άρθρο 31, παράγραφος 2, του Χάρτη Θεμελιωδών Κοινωνικών Δικαιωμάτων των Εργαζομένων.

Η Οδηγία 2003/88 η οποία κωδικοποίησε την οδηγία 93/104/ΕΚ, η οποία ενσωματώθηκε στο ελληνικό δίκαιο με το ΠΔ 88/1999 προς συμμόρφωση αυτής, είναι δεσμευτική για τον εθνικό δικαστή ο οποίος οφείλει, στο μέτρο του δυνατού, να ερμηνεύει το εσωτερικό δίκαιο, υπό το φως του κειμένου και του σκοπού της Οδηγίας.

Το άρθρο 7 του ΠΔ 88/1999 ορίζει, ειδικότερα, ότι: <<μετά από απασχόληση τουλάχιστον δώδεκα μηνών παρέχεται ετήσια άδεια μετά αποδοχών τεσσάρων εβδομάδων τουλάχιστον, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας. Η ελάχιστη περίοδος ετήσιας άδειας μετ’ αποδοχών μπορεί να αντικατασταθεί από χρηματική αποζημίωση μόνον σε περίπτωση τερματισμού της εργασιακής σχέσης. Τα διαστήματα αποχής των μισθωτών από την εργασία τους λόγω βραχείας σχετικώς διάρκειας ασθένειας, καθώς και τα διαστήματα στράτευσης,απεργίας ή ανωτέρας βίας, όπως αυτά καθορίζονται από τις ισχύουσες διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, θεωρούνται ως χρόνος απασχόλησης και δεν συμψηφίζονται με τις ημέρες αδείας που δικαιούνται οι εργαζόμενοι

Σύμφωνα με την κοινοτική νομοθεσία, τα κράτη μέλη θεσπίζουν τα αναγκαία μέτρα ώστε να παρέχεται σε όλους τους εργαζομένους ετήσια άδεια μετ’ αποδοχών διάρκειας τουλάχιστον τεσσάρων εβδομάδων, σύμφωνα με τους όρους που προβλέπουν οι εθνικές νομοθεσίες ή/και πρακτικές για την απόκτηση του σχετικού δικαιώματος και τη χορήγηση της άδειας. Η ελάχιστη περίοδος ετήσιας άδειας μετ’ αποδοχών μπορεί να αντικαθίσταται από χρηματική αποζημίωση μόνον σε περίπτωση τερματισμού της εργασιακής σχέσης.» Το άρθρο 17 της οδηγίας 2003/88 προβλέπει ότι τα κράτη μέλη μπορούν να παρεκκλίνουν από ορισμένες διατάξεις της. Εντούτοις, δεν επιτρέπεται καμία παρέκκλιση όσον αφορά το άρθρο 7. Ως προς το ζήτημα αυτό, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου – ΔΕΚ (απόφαση 6-11-2018 ΔΕΚ C-684/2016, ΔΕΚ C-619/2016) η εν λόγω διάταξη απαγορεύει εθνικές διατάξεις ή πρακτικές οι οποίες προβλέπουν ότι, κατά τη λύση της σχέσεως εργασίας, ουδεμία χρηματική αποζημίωση για μη ληφθείσα ετήσια άδεια μετ’ αποδοχών καταβάλλεται στον εργαζόμενο, ο οποίος δεν ήταν σε θέση να ασκήσει το δικαίωμά του για ετήσια άδεια μετ’ αποδοχών, ιδίως επειδή ευρισκόταν σε αναρρωτική άδεια κατά τη διάρκεια ολόκληρης ή μέρους της περιόδου αναφοράς και/ή μιας περιόδου μεταφοράς.

Τα κράτη μέλη επομένως, δεν δύνανται να παρεκκλίνουν από την αρχή που απορρέει από το άρθρο 7 της οδηγίας 2003/88, σε συνδυασμό με το άρθρο 31, παράγραφος 2, του Χάρτη Θεμελιωδών Κοινωνικών Δικαιωμάτων των Εργαζομένων.

Συνεπώς, η βούληση του εθνικού νομοθέτη, όπως αποτυπώνεται στο άρθρο 2 παρ 6 του Α.Ν 539/1945 περί βραχείας ασθένειας πρέπει να ερμηνευθεί σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο, κατά το οποίο ο εργαζόμενος που βρισκόταν σε αναρρωτική άδεια, η οποία συνεχίστηκε μέχρι τη λήξη της σχέσης εργασίας του και εξαιτίας του λόγου αυτού δεν μπόρεσε να ασκήσει το δικαίωμά του για λήψη της ετήσιας άδειας μετ’αποδοχών, έστω και εάν η απουσία του υπερβεί τα όρια της βραχείας ασθένειας δεν αποστερείται από το δικαίωμά του αυτό. Δηλαδή, στην περίπτωση αυτή η υπέρβαση των ορίων βραχείας ασθένειας δεν θεωρείται αδικαιολόγητη απουσία και δεν απομειώνει τις ημέρες της κανονικής άδειας και, εφόσον ο εργαζόμενος δεν άσκησε αυτουσίως το δικαίωμα στην άδεια αναψυχής, αυτή μετατρέπεται σε χρηματική αξίωση και ο εργαζόμενος δικαιούται τις αποδοχές άδειας και το επίδομα άδειας λόγω του παρακολουθηματικού χαρακτήρα αυτών.

Αξίζει να σημειώσουμε ότι σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία στη Χώρα μας (Α.Ν 539/1945, Ν. 3302/2004), ο εργαζόμενος δικαιούται κανονικής άδεια ετησίως, με την προϋπόθεση της ύπαρξης ενεργούς σύμβασης ή σχέσης εργασίας, όταν δε ο εργαζόμενος εισέρχεται στο τρίτο ημερολογιακό έτος εργασίας, δικαιούται αυτούσια την κανονική του άδεια από την έναρξη του έτους αυτού. Στη νομοθεσία προβλέπεται ότι δεν επηρεάζεται το δικαίωμα της αδείας από τις διακοπές εργασίας λόγω ασθένειας.

Λαμβάνοντας υπόψη τα άρθρα 31 παρ 2, 52 παρ.1 του του Χάρτη Θεμελιωδών Κοινωνικών Δικαιωμάτων των Εργαζομένων και τα άρθρα 7 και 17 της οδηγίας 2003/88 προκύπτουν τα εξής:

1. Κάθε εργαζόμενος έχει δικαίωμα ανεξαιρέτως σε ετήσια περίοδο αμοιβόμενων διακοπών

2. Κάθε περιορισμός του δικαιώματος αδείας πρέπει να προβλέπεται από τον νόμο και σε κάθε περίπτωση να διατηρεί απαραίτητα το βασικό περιεχόμενο του δικαιώματος

3. Το δικαίωμα στην άδεια αναψυχής, απορρέει ευθέως εκ του νόμου και δεν εξαρτάται από την ουσιώδη ή μη ανάλωση των παραγωγικών δυνάμεων του εργαζομένου, δεν επιτρέπεται καμία παρέκκλιση από τον κοινωνικό σκοπό του δικαιώματος, ενώ το δικαίωμα δεν προϋποθέτει πραγματική παροχή εργασίας.

4. Είναι δυνατόν από την αρχή ενός ημερολογιακού έτους να μην υπάρχει πραγματική παροχή εργασίας από τον εργαζόμενο αλλά αυτός να μην στερείται του δικαιώματος αδείας και των χρηματικών αξιώσεων του δικαιώματος.

ΒΑΣΙΛΗΣ ΤΡΑΪΑΝΟΠΟΥΛΟΣ
ΕΙΔΙΚΟΣ ΕΠΙΘΕΩΡΗΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ