Μετά την πρόσφατη εξαγγελία του πρωθυπουργού στην Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης για την τύχη των σπουδαίων αρχαιοτήτων που ερευνήθηκαν στο σταθμό Μετρό Βενιζέλου, δυστυχώς άνοιξε πάλι ένα θέμα, το οποίο όλοι μας πιστεύαμε, ότι είχε κλείσει οριστικά και αμετάκλητα. Ούτε λίγο ούτε πολύ ο κ. Μητσοτάκης εντελώς αιφνιδιαστικά εξήγγειλε την απόσπαση των αρχαιοτήτων και την επανατοποθέτησή τους, παρότι το έργο στον σταθμό Βενιζέλου είναι σε φάση ολοκλήρωσης με τις αρχαιότητες να διατηρούνται κατά χώραν σε πλήρη αρμονία με το έργο του μετρό.

Αναμέναμε την αιτιολόγηση μιας τόσο σοβαρής απόφασης πέρα από τα επικοινωνιακά τερτίπια στα οποία έχουμε συνηθίσει το τελευταίο διάστημα από την κυβέρνηση. Για ποιους λόγους, η σχετική γνωμοδότηση του ΚΑΣ και η Υ.Α. του 2017 που προβλέπουν την συνύπαρξη μετρό και αρχαιοτήτων στο σταθμό Βενιζέλου πρέπει να ανατραπούν; Για ποιο λόγο για μια ακόμα φορά η κυβέρνηση του κ. Μητσοτάκη θα παραβεί τον αρχαιολογικό νόμο ο οποίος ρητά προβλέπει (παρ. 1 του άρθρου 42 Ν.3028/2002) ότι «η μετακίνηση μνημείου λόγω τεχνικού έργου εξετάζεται μόνο όταν μετά από σχετικό επιστημονικό έλεγχο αποκλείεται κάθε δυνατότητα διατήρησής του στο περιβάλλον του». Στην συγκεκριμένη περίπτωση η τεχνική λύση για την διατήρηση του σπουδαίου μνημειακού συνόλου εξευρέθηκε με την συνδρομή της επιστημονικής κοινότητας αλλά και της κοινωνίας των πολιτών με αποτέλεσμα να προχωρήσουν οι εργασίες κατά την πρόβλεψη της προαναφερόμενης Υ.Α. του 2017. Έχει ενδιαφέρον να δούμε η περίφημη επιστροφή στην νομιμότητα και την κανονικότητα, που επικαλούνται τα νεοφιλελεύθερα εξαπτέρυγα, πως για μια ακόμα φορά παραβιάζει βάναυσα την αρχαιολογική νομοθεσία.

Όμως συναδέλφισσες και συνάδελφοι δεν πρόκειται για ένα απλό λάθος, ούτε για άλλη μια έκφραση της ιδεοληπτικά εχθρικής αντίληψης απέναντι στις αρχαιότητες και τους εργαζόμενους (αρχαιολόγους, μηχανικούς, συντηρητές, εργατοτεχνίτες, αρχαιοφύλακες κλπ.), που εργάζονται κάτω από αντίξοες συνθήκες για την ανάδειξη και προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς της χώρας.

Η εντελώς αναιτιολόγητη ανατροπή των δεδομένων σ΄ αυτή την υπόθεση και μάλιστα από τον ίδιο τον πρωθυπουργό, έχει σαφές οικονομικό διακύβευμα. Είναι σε όλους μας γνωστό, ότι έχουν αποπληρωθεί οι μελέτες για την κατασκευή του σταθμού με τις αρχαιότητες να διατηρούνται κατά χώραν. Έχει προχωρήσει μεγάλο τμήμα της κατασκευής του σταθμού και αντίστοιχα έχουν αποπληρωθεί υποχρεώσεις προς τον εργολάβο.

Με βάση αυτή την καταστροφική για τις αρχαιότητες εξαγγελία βρισκόμαστε μπροστά σε ένα μεγάλο δώρο σε εργολαβικά συμφέροντα. Πέραν των κονδυλίων που ήδη εκταμιεύτηκαν, θα υπάρξουν καινούριες μελέτες για την απόσπαση και την επανατοποθέτηση των αρχαιοτήτων, που θα πρέπει να πληρωθούν, καινούριες μελέτες και επικαιροποίηση παλαιών για την κατασκευή του σταθμού χωρίς τις αρχαιότητες που επίσης θα πρέπει να πληρωθούν, εργασίες για την απομάκρυνση του κατασκευαστικού έργου, που ήδη έχει ολοκληρωθεί, οι οποίες επίσης θα πληρωθούν, καινούριες εργασίες για την ολοκλήρωση του σταθμού που κι αυτές θα πρέπει να πληρωθούν. Αυτονόητα, επειδή θα προκύψει τουλάχιστον διετής καθυστέρηση στην ολοκλήρωση του έργου, θα έχει ενδιαφέρον να δούμε το ύψος των προστίμων, που θα πρέπει να καταβάλλει το Ελληνικό Δημόσιο προς τον εργολάβο λόγω αυτής της καθυστέρησης. 

Φαίνεται, ότι μπροστά στην πίτα που μένει να μοιραστεί, τα αρχαία αποτελούν την ιδανική αφορμή για να μεγαλώσουν το μερτικό τους όλοι αυτοί, που ευθύνονται για την χρεωκοπία της χώρας και της εισαγωγή της στα μνημόνια.

 Δεν έχουν μάθει τίποτα. 

Δουλειές σε ημέτερους να μοιράζονται και οι εργαζόμενοι σε δημόσιο και ιδιωτικό τομέα ας συνεχίσουν να βλέπουν πετσοκομμένους μισθούς, γιατί ούτε λίγο ούτε πολύ, για όσους θα συμμετέχουν στο καινούριο πάρτυ της διασπάθισης του δημόσιου χρήματος, εμείς οι εργαζόμενοι ευθυνόμαστε για την χρεωκοπία της χώρας.

Τελικά το ζήτημα των αρχαιοτήτων στο σταθμό μετρό Βενιζέλου στην Θεσσαλονίκη αποτελεί ένα πεδίο μάχης μεταξύ της νεοφιλελεύθερης ιδεοληψίας, που ευνοεί τα εργολαβικά συμφέροντα αγνοώντας την σημασία των μνημείων και της αντίληψης του απόλυτου σεβασμού με τον οποίο πρέπει η Πολιτεία να προσεγγίζει τα υλικά κατάλοιπα του παρελθόντος. Είναι ζήτημα που ξεπερνά τα όρια της πόλης της Θεσσαλονίκης και μας αφορά όλους.

Σ΄ αυτή την μάχη όσοι έχουμε συμπαραταχθεί στο ΑΡΜΕ, θα βρεθούμε μαζί με όλους τους συναδέλφους και τις οργανωμένες συλλογικές μορφές οργάνωσης της εργασίας στην πρώτη γραμμή για την υπεράσπιση των αρχαιοτήτων, την υπεράσπιση του έργου μας, την διατήρηση και ασφαλή διαχείριση των αρχαιοτήτων χωρίς επικοινωνιακούς ελιγμούς και χωρίς εκπτώσεις από την αρχή της τήρησης της νομιμότητας υπερασπίζοντας την δουλειά μας και την πολιτιστική κληρονομιά.