Όταν πριν από λίγες ημέρες ασκούσαμε κριτική σε διατάξεις του υπό διαβούλευση τότε αναπτυξιακού πολυνομοσχεδίου (http://apyppo.blogspot.com/search?updated-max=2019-09-19T18:27:00%2B03:00&max-results=20&start=5&by-date=false) δεν περιμέναμε, ότι τόσο γρήγορα θα το βλέπαμε σε εφαρμογή.
Πληροφορηθήκαμε από δημοσιεύματα στον τύπο, ότι τρεις συνάδελφοί μας διάφορων ειδικοτήτων κλήθηκαν σε ανωμοτί καταθέσεις, δηλαδή ως δυνάμει ύποπτοι, μετά από μήνυση που κατέθεσε εναντίον τους εταιρεία, η οποία είχε αναλάβει τμήμα του έργου του αρχαιολογικού κτηματολογίου. Πιο συγκεκριμένα οι συνάδελφοι ορίστηκαν τακτικά μέλη επιτροπής παρακολούθησης και παραλαβής έργου (ΕΠΠΕ) του υποέργου 3 «Ανάπτυξη Εφαρμογών» στο πλαίσιο του έργου  «Εμπλουτισμός των Ψηφιακών Συλλογών των Κινητών Μνημείων του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού και Ανάπτυξη Πληροφοριακού Συστήματος του Εθνικού Αρχείου Μνημείων» ενταγμένου στο Επιχειρησιακό Πρόγραμμα «Ψηφιακή Σύγκλιση».
Οι συνάδελφοι με πλήρη συναίσθηση των καθηκόντων τους και εφαρμόζοντας πλήρως τα εκ του Νόμου προβλεπόμενα ελεγκτικά τους καθήκοντα έκριναν με δύο πρακτικά και μετά την χορήγηση τρίμηνης προθεσμίας στον εργολάβο για να θεραπεύσει τις αστοχίες που είχαν επισημανθεί, ότι αυτές δεν θεραπεύθηκαν κι έτσι το 2018 με υπουργική απόφαση εγκρίθηκε το πρακτικό υπ. αρ. 30 της επιτροπής με το οποίο η επιτροπή παρακολούθησης και παραλαβής έργου εισηγήθηκε την μη παραλαβή δύο παραδοτέων (Π4 και Π6), την μη προσωρινή παραλαβή του έργου και την έκπτωση του αναδόχου όπως προβλεπόταν από σχετικά άρθρα της σύμβασης μεταξύ αναδόχου και υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού. Σημειώνουμε, ότι με με νεώτερη υπουργική απόφαση τον Ιανουάριο του 2019, απορρίφθηκε το αίτημα της αναδόχου εταιρείας για την αναστολή εκτέλεσης της υπουργικής απόφασης που την κήρυξε έκπτωτη από το έργο αποδεχόμενη τα συμπεράσματα της επιτροπής.
Θα έλεγε κανείς ότι πρόκειται για μια διαδικασία όχι τόσο άγνωστη κι εν πάσει περιπτώσει αν κανείς θεωρεί, ότι θίγεται θα έπρεπε να προσφύγει κατά του κύρους των υπουργικών αποφάσεων κι όχι κατά των εργαζομένων, που εκτέλεσαν τα καθήκοντά τους.
Στην συγκεκριμένη περίπτωση κι ένα χρόνο μετά την διαδικασία που περιγράφηκε, η εταιρεία ανάδοχος μηνύει τους συναδέλφους για σειρά παραβάσεων άρθρων του ποινικού κώδικα. Από αυτό το σημείο και πέρα αρχίζει το επικίνδυνο τμήμα της υπόθεσης. Αν κάθε φορά που κάποιος εργολάβος θεωρεί, ότι πλήττονται τα συμφέροντά του, μηνύει εργαζόμενους που εκτελούν το καθήκον τους, τότε ποιος ο λόγος να υπάρχουν επιτροπές παραλαβής; Πως θα ασκήσουν τον ελεγκτικό τους ρόλο οι συνάδελφοι, όταν θα επικρεμάται ο κίνδυνος υποβολής μήνυσης από όποιον θεωρεί, ότι από τις εισηγήσεις τους επέρχεται ηθική και οικονομική ζημία; Δεν ακυρώνεται κατ’ αυτό τον τρόπο και με την απειλή μηνύσεων ο ελεγκτικός ρόλος των δημόσιων αρχών; Ή μήπως θα περάσουμε στην «νέα εποχή» όπου ο καθένας μας αν του τύχει ο δύσκολος λαχνός να συμμετέχει  σε παρόμοιες επιτροπές θα παραλαμβάνει όπως όπως για να γλυτώσει από πιθανές μηνύσεις και παρεπόμενα πειθαρχικά; Αλήθεια, αν αυτό το μοντέλο τύχει ευρύτερης χρήσης τελικά ποιος θα παραλαμβάνει, τι θα παραλαμβάνει και κάτω από ποιους όρους; Απρόσκοπτης κι ανεμπόδιστης εκτέλεσης των καθηκόντων ή κάτω από το κράτος του εκφοβισμού από την πλευρά ιδιωτικών εργολαβικών συμφερόντων;
Το θέμα με την συγκεκριμένη μήνυση είναι ευρύτερο και δεν αφορά μόνο το έργο του  αρχαιολογικού κτηματολογίου, το οποίο ούτως ή άλλως καρκινοβάτησε για πολύ καιρό, χωρίς ευθύνη των συναδέλφων. Δεν αφορά μόνο το υπουργείο πολιτισμού. Πρόκειται για κίνηση που συμβαδίζει με το ιδεολογικό και πολιτικό νεύμα της κυβέρνησης της ΝΔ για την ανάγκη των επενδύσεων με κάθε κόστος που θα φέρει την ανάπτυξη, αγνοώντας όλους τους υπόλοιπους κρίσιμους παράγοντες, που εξασφαλίζουν την ολοκλήρωση των έργων ή των επενδύσεων με σεβασμό στην κείμενη νομοθεσία και τον ελεγκτικό ρόλο του Δημοσίου.
Όπως κάναμε στο παρελθόν έτσι και σήμερα βρισκόμαστε στο πλάι των συναδέλφων μας που κατηγορούνται άδικα, γιατί έκαναν το αυτονόητο, θεωρούμε ότι είναι ευθύνη όλων μας, συνδικαλιστικών παρατάξεων, πρωτοβάθμιων  συλλόγων, του δευτεροβάθμιου συνδικαλιστικού οργάνου στο ΥΠΠΟΑ να συμπαρασταθούμε στους συναδέλφους μας να μην επιτρέψουμε να καθιερωθεί το ζοφερό μοντέλο του εκφοβισμού όποιου ασκεί ελεγκτικές αρμοδιότητες, που στο κάτω κάτω της γραφής δεν τις ζήτησε αλλά του ανατέθηκαν ως υπηρεσιακό καθήκον.