Σύμφωνα με τον Υπαλληλικό Κώδικα, η παραίτηση του υπαλλήλου συνιστά έναν από τους λόγους λύσης της υπαλληλικής σχέσης, μπορεί δε αυτή να γίνει ανά πάσα στιγμή, δηλαδή όποτε το επιθυμεί ο υπάλληλος, δεδομένου ότι σύμφωνα με το Σύνταγμα και τον ως άνω Κώδικα η υπαλληλική σχέση είναι εθελούσια.

Περαιτέρω από τον Υπαλληλικό Κώδικα, προβλέπεται δυνατότητα ανάκλησης της παραίτησης υπαλλήλου εντός ενός μηνός από την υποβολή της παραίτησης και πριν αυτή γίνει αποδεκτή από την υπηρεσία του/της. Αντίθετα, δεν προβλέπεται τέτοια δυνατότητα, όταν πλέον η παραίτηση έχει γίνει αποδεκτή και έχει δημοσιευθεί η σχετική διαπιστωτική πράξη στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Ο κανόνας αυτός, όμως, φαίνεται ότι δεν είναι απόλυτος. Πράγματι έχει γίνει δεκτό ότι υφίσταται η δυνατότητα ανάκλησης της παραίτησης δημοσίου υπαλλήλου στην περίπτωση ελαττώματος της βούλησής του, η οποία οδήγησε στην παραίτηση. Με απλά λόγια, γίνεται δεκτό ότι υπάρχει δυνατότητα ανάκλησης της παραίτησης δημοσίου υπαλλήλου, όταν η βούλησή του προς παραίτηση διαμορφώθηκε κατ’ αυτόν τον τρόπο λόγω πλάνης, δηλαδή εσφαλμένης γνώσης της πραγματικής κατάστασης για τον προσδιορισμό της βούλησης, και μάλιστα πλάνης ουσιώδους, δηλαδή αναφερόμενης σε τόσο σημαντικό και σπουδαίο στοιχείο της κατάστασης στην οποία πρόκειται να περιέλθει ο υπάλληλος μετά τη λύση της σχέσης του με το Δημόσιο, ώστε, αν το γνώριζε, δεν θα προέβαινε στην παραίτηση.

Συνηθέστατη περίπτωση τέτοιας πλάνης αποτελεί η αδυναμία συνταξιοδότησης του υπαλλήλου μετά τη λύση της υπαλληλικής σχέσης με παραίτηση, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις ουσιώδη πλάνη που δικαιολογεί την ανάκληση της παραίτησης μπορεί να θεωρηθεί και το ύψος της σύνταξης που θα λάβει ο παραιτηθείς υπάλληλος μετά την λύση της υπαλληλικής σχέσης και το οποίο είναι τόσο μικρό, ώστε, αν το γνώριζε, δεν θα υπέβαλε την παραίτησή του.

Περαιτέρω, ως λόγος που εμποδίζει την διαμόρφωση ελεύθερης και συνειδητής βούλησης παραίτησης από την υπαλληλική σχέση μπορεί να είναι και η έλλειψη συνείδησης των πράξεων του υπαλλήλου που υποβάλει την παραίτηση, όπως επίσης και η βαριά ψυχική ή διανοητική διαταραχή που εμποδίζει αποφασιστικά την ελεύθερη διαμόρφωση της βούλησης του παραιτούμενου. Σε αυτή την τελευταία περίπτωση η συνδρομή των προϋποθέσεων αποδεικνύεται με ιατρικά έγγραφα.

Με βάση το ανωτέρω πλαίσιο πρόσφατα το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους γνωμοδότησε σε δύο περιπτώσεις σχετικά με τη δυνατότητα ανάκλησης της παραίτησης υπαλλήλου από το Δημόσιο.

Στην πρώτη περίπτωση, η παραιτηθείσα υπάλληλος επικαλέστηκε την συνδρομή πλάνης στο πρόσωπό της κατά το χρόνο της παραίτησης λόγω ισχαιμικού επεισοδίου, το οποίο υπέστη κατά το χρόνο της υποβολής της παραίτησης που οδήγησε σε νοητική διαταραχή.

Το Ν.Σ.Κ. αφού εξέτασε τα ιατρικά έγγραφα που προσκόμισε η παραιτηθείσα υπάλληλος γνωμοδότησε ότι δεν θα πρέπει να γίνει ανάκληση της παραίτησης, καθότι έκρινε ότι το εγκεφαλικό επεισόδιο που υπέστη η πρώην υπάλληλος δεν ήταν τέτοιας βαρύτητας, ώστε να έχει ως συνέπεια την απώλεια της συνείδησης των πραττομένων από την υπάλληλο, η οποία θα μπορούσε να την οδηγήσει στην υποβολή έγγραφης παραίτησης και μάλιστα δύο φορές, με διαφορά ενός μηνός μεταξύ τους.

Στην δεύτερη περίπτωση, υπάλληλος υπέβαλε αίτηση παραίτησης εκτιμώντας ότι η σύνταξη που θα δικαιούται μετά την λύση της υπαλληλικής σχέσης θα είναι ενός συγκεκριμένου ύψους. Πλην όμως έσφαλε ως προς το ύψος λόγω πλάνης ως προς τα πράγματα αναφορικά με το χρόνο έναρξης καταβολής του συνόλου του ποσού του τμήματος της σύνταξής του από συμμετέχοντα οργανισμό κοινωνικής ασφάλισης, στον οποίο ήταν ασφαλισμένος πριν προσληφθεί στο Δημόσιο. Δηλαδή ο συγκεκριμένος υπάλληλος πίστευε πλανημένα ότι για το τμήμα της σύνταξής του που θα καταβαλλόταν από το Ι.Κ.Α. δεν απαιτείτο η συμπλήρωση κάποιου κατώτατου ηλικιακού ορίου, πράγμα όμως που δεν ίσχυε, καθότι, προκειμένου να του καταβληθεί το ποσό σύνταξης που ανέμενε θα έπρεπε είναι τουλάχιστον 60 ετών. Σε αυτή την περίπτωση το Ν.Σ.Κ. γνωμοδότησε ότι συνέτρεξε στο πρόσωπο του παραιτηθέντος υπαλλήλου ουσιώδης πλάνη που δικαιολογεί την ανάκληση της παραίτησής του.