Από τον τοίχο της Penelope Triantou (Facebook)
Το παρακάτω χρονογράφημα είναι εμπνευσμένο από την επικαιρότητα. Γιατί η ζωή ξεπερνά κάθε φαντασία..

«Βλάκας με περικεφαλαία»

Βράδυ της Δευτέρας. Είχαν στήσει ενέδρα από νωρίς στο έμπα της πόλης. Όμως κόντευαν μεσάνυχτα, είχε νυχτώσει από ώρα. Ευτυχώς ο καιρός ήταν καλός.

Προχώρησε 3 βήματα.
Ξεχώρισε από τους υπόλοιπους. Οι πληροφορίες έλεγαν ότι κάπου εδώ θα τους έβρισκαν. Ανυπομονούσε.

Περίμενε αυτή τη συνάντηση χρόνια τώρα. Μια ζωή τα έχει κάνει όλα όπως έπρεπε. Έτσι και για απόψε είχε φροντίσει την παραμικρή λεπτομέρεια. Είχε προβάρει τα ρούχα πολλές φορές, τις μικρές σιωπές, τις φωνές και τα γιουχαΐσματα, τα σαρδόνια χαμόγελά του. Ήξερε ότι είχε γεννηθεί γι’ αυτό. Αυτή ήταν η αποστολή του. Δεν είναι τυχαίο ότι τον έβαλαν μπροστάρη. Είχε φροντίσει τα πάντα στην εντέλεια.

Έλα όμως που περίμεναν και δεν έβλεπαν τίποτα. Η κούραση είχε αρχίσει να τους καταβάλει. Και καλά οι άλλοι. Όμως αυτός; Η στολή ήταν βαριά, όχι αστεία. Πώς στα κομμάτια την σήκωναν οι πρόγονοι; Και να σκεφτείς ότι πολεμούσαν έτσι! Άλλοι άνθρωποι. Όχι σαν και του λόγου τους. Πήρε μια βαθιά ανάσα. Τανύστηκε. Σύνελθε Μήτσο, πρέπει να φανείς αντάξιός τους.

Μόνο να έρχονταν γρήγορα. Πόσο να αντέξει ο δόλιος; Έτοιμος για το μεγάλο άλμα, μα γύρω πίσσα σκοτάδι. Και το πούλμαν δεν φαινόταν πουθενά. Στράφηκε προς τους άλλους. 100 άτομα, όχι αστεία! Αλλά κανείς δεν μίλαγε! Η ησυχία τον αποπροσανατόλιζε χειρότερα και από το σκοτάδι.

Ένα ήταν σίγουρο. Η αναμονή τον είχε εκνευρίσει. Άρα θα ήταν πιο αποτελεσματικός. Θα έρχονταν, δεν θα έρχονταν; Θα τους έδειχνε που ήθελαν να εγκατασταθούν στην πόλη του. Στην πόλη του αρχαίου Μακεδόνα;

Το μόνο κακό με τους προγόνους ήταν ότι είχαν πολλές παραλλαγές στις ιστορίες τους, αναποφάσιστοι τύποι. Αυτός όμως ήταν αποφασιστικός. Και αποφασισμένος. Κούνησε το ρόπαλο. Θα το έκανε σμπαράλια το πούλμαν. Όχι αστεία.

Τους φαντάστηκε μέσα να ταξιδεύουν ανίδεοι για το τι τους περιμένει. Μακάρι να ήταν όλοι άντρες. Να λογαριαστούν μια και καλή. Δεν του άρεσε να βαράει γυναίκες. Ειδικά αν ήταν όμορφες. Κι αυτές οι περισσότερες, αν και μαυριδερές και βρόμικες, ήταν ωραίες πανάθεμά τες. Θα προτιμούσε να τις στριμώξει και πάνω στην αναμπουμπούλα να τους δείξει τι εστί Έλληνας άντρας. Εστί; Μα πώς το δούλευε, ε;, το αρχαίο! Ναι, κάποια θα στρίμωχνε. Και μετά θα την έσπρωχνε κάτω στη λάσπη. Εκεί που ανήκει. Αν είχαν όμως παιδιά αγκαλιά; Ε τότε θα είχε ένα θέμα. Άνθρωπος ήταν. Οι εντολές όμως ήταν εντολές. Και δεν θα αμφισβητούσε αυτός τον αρχηγό. Όχι σε καιρό πολέμου. Γιατί είχαν πόλεμο. Αυτό ήταν ξεκάθαρο. Ό,τι κι αν ήταν ό,τι κι αν κουβαλούσαν, παιδιά σκυλιά, θα τους τσάκιζε. Τέλος. Τελεία και παύλα.
Τόσα χρόνια την ονειρευότανε, την αποζήταγε αυτή την ευκαιρία. Να φανεί αντάξιος σε κάτι. Να είναι μέσα σε ένα γεγονός, όχι στην ούγια της κοινωνίας. Μπορεί να μην τα κατάφερε στα γράμματα, δεν μπορούσε να τα βγάλει πέρα με αυτή την ορθογραφία – δύσκολο πρόγονε, με το συμπάθιο δηλαδή, αλλά χοντρή βλακεία, όλη την μέρα να τον δέρνανε, δεν θα ξεχώριζε το ήτα από το γιώτα – στο ξύλο όμως ήταν καλός. Έκανε ελληνορωμαϊκή πάλη από πιτσιρίκι. Ελληνορωμαϊκή. Όχι αικίδο και άλλα ξενόφερτα που έπαιζαν ο Αντώναρος και οι άλλοι.

Διόρθωσε την περικεφαλαία κι αναστέναξε. Φως δεν έβλεπε. Δεν θα έρχονταν; Λες τελευταία στιγμή να την είχαν κάνει; Όχι! Ας μην σκεφτόταν απαισιόδοξα. Δεν μπορεί. Η μοίρα δεν θα του την έπαιζε έτσι.
Είχαν ήδη χάσει τους προηγούμενους. Τους έβαλαν σε δύο ξενοδοχεία της πόλης ρε, άκουσον άκουσον, σα να είναι τουρίστες! 193 συνολικά, όλων των ειδών, γέροι μωρά ενήλικες, συμφωνήθηκε, λένε, μεταξύ των ιδιωτών ξενοδόχων και του Υπουργείου Εσωτερικών. Αυτό δεν μπορεί να είναι αλήθεια. Πλάκα τους κάνανε; Είναι κι αυτοί κουμμουνιστές; άλλα μας έλεγαν πριν τις εκλογές, θυμάται τα συλλαλητήρια στη Θεσσαλονίκη και να τα τσάμπα πούλμαν, να οι περικεφαλαίες και οι χλαμύδες πέρα δώθε, και μετά; μετά καλή η συμφωνία των Πρεσπών, θα μας τρελάνουν;

  • Τι γίνεται ρε Παναγή; γύρισε στον διπλανό του, πριν τα πάρει εντελώς.
    -Σαν τι να γίνει δηλαδή;
    -Έρχονται οι λάθρο ή όχι;
    -Τι με ρωτάς ρε Μήτσο; Ό,τι βλέπω βλέπεις.
    -Πάω πιο κάτω από την διασταύρωση στο σταθμό. Να δούμε, την Παναγία μου, θα περιμένουμε κι άλλο;
    -Το καλό πράμα αργεί να γίνει. Μην βιάζεσαι μικρέ, γέλασε ο άλλος.

Σιγά ρε μεγάλε, μουρμούρισε καθώς απομακρύνθηκε. Δύο χρόνια τον περνούσε, στο γυμνάσιο ήταν στην τρίτη όταν η χάρη του πήγε στην πρώτη. Μετά τον έχασε. Δεν πήγε Λύκειο, άρχισε να δουλεύει, αντί να παλεύει με τα ήτα και τα γιώτα. Τον ξαναβρήκε μετά από χρόνια στην ομάδα.

Βγήκε λίγο πιο έξω, μέσα στη λωρίδα κυκλοφορίας. Και ναι, επιτέλους, το είδε από μακριά. Ναι, το πούλμαν ερχόταν.
Έτρεξε γρήγορα. Το λαχάνιασμα με τη στολή τον άφησε ξέπνοο. Με τις τελευταίες δυνάμεις του φώναξε «Έρχονται, έρχονται!» , κάτι σαν τον Φειδιππίδη.

Αμέσως το στράτευμα ανασυντάχθηκε. Μπήκαν στην άσφαλτο, κόψανε τελευταία στιγμή την πορεία του λεωφορείου. Πάλι καλά που ο οδηγός, που μόλις και διέκρινε μέσα στη μαύρη νύχτα έναν
από το συνοθύλευμα, πάτησε φρένο.
Οι επιβάτιδες πιάστηκαν απροετοίμαστες. Παραλίγο να χάσουν μασέλες και γυαλιά πρεσβυωπίας, καθώς πετάχτηκαν απότομα εμπρός κι αγκάλιασαν τις μπροστινές θέσεις.

-Τι γίνεται Κούλα μου; αναφώνησε η Μαριώ, όταν τα φρένα σταμάτησαν να στριγκλίζουν. Καθόταν πάντα στην μπροστινή θέση. Το 3 ζήταγε σε κάθε εκδρομή για προσκύνημα, ήθελε και να είναι μπροστά και να βλέπει.
Αυτή τη φορά όμως την είχε προλάβει η Κατίνα με εκείνη την άλλη την παρδαλή, κι έτσι ήταν στο 7, μα όλα εδώ πληρώνονται, ιερός αριθμός, κοίτα τες τώρα αυτές που είχαν ασπαστεί το τζάμι.

-Α Παναγία μου κι αρχάγγελοι κι άγιοι όλοι! Τι είναι τούτοι εδώ; Ρόπαλα κραδαίνουν ή με γελούν τα μάτια μου χαλασιά μου;

-Ρόπαλα, ρόπαλα! Δες και τον μπροστάρη, σκέτος Ρωμαίος εκατόνταρχος. Μπας και γυρίζουνε ταινία μαρή; είπε η Μαριώ κι έσιαξε τα μαλλιά της.

Τα ουρλιαχτά όμως και οι κραυγές του μπουλουκιού της ασφάλτου της έκοψαν τη μιλιά. Ένα ρόπαλο έπεσε με δύναμη πάνω στο παρμπρίζ και το ράγισε, κόβοντάς τους τη θέα.
Αποτέλεσμα; Τρομοκρατημένες οι πίσω προσκυνήτριες άρχισαν να ουρλιάζουν με τη σειρά τους.

Ο οδηγός άνοιξε το παραθυράκι δίπλα του, προσπαθώντας να κάνει κάτι.
-Τι θέλετε; φώναξε σε έναν μακεδονομάχο; καλά έβλεπε; Τι στα κομμάτια γινόταν;

-Πάρτους και γύρνα πίσω. Εμείς δεν θέλουμε ισλαμικά σκυλιά στην πόλη. Αλλιώς θα σας μαυρίσουμε κι άλλο.

Ισλαμικά σκυλιά; τι έλεγε ο μακεδονομάχος με το λοφίο βρε; Μήπως ονειρευόταν; Μην και κοιμήθηκε Χριστέ μου και οδηγούσε;

-Άνοιξε την πόρτα αλλιώς θα το σπάσουμε! ούρλιαξε κάποιος άλλος.

Κι έτσι κι έγινε και πάτησε το κουμπί. Από ταραχή κι ελπίδα να μην οδηγεί κοιμισμένος. Την είχε βρει με τόσο κόπο την δουλειά. Θα τον χώριζε η Τασία, δεν υπήρχε περίπτωση, αν τον απέλυαν πάλι.

Ο Μήτσος έσπρωξε τους άλλους και ανέβηκε. Είπαμε, την περίμενε μια ζωή αυτή την ώρα. Έσκυψε αλλά η περικεφαλαία παραλίγο να τον πετάξει πίσω. Έσκυψε πιο πολύ. Τα κατάφερε. Αν και του έπεσε μέχρι το σαγόνι. Βλαστημώντας, δεν ήταν αυτή η είσοδος που είχε σχεδιάσει, την έκανε πάλι πίσω, διορθώνοντας γρήγορα το λοφίο.
Όταν σήκωσε το πρόσωπο, φώναξε άγρια στον οδηγό:
-Κατέβα, κι άσε μας τους λάθρο.
-Ποιους λάθρο χριστανέ μου; ξεφύσηξε αυτός. Πάει η δουλειά, πάει η Τασία, δεν μπορεί, ονειρευόταν.

Ο Μήτσος γύρισε το κεφάλι του. Ένα σωρό γέρικα μάτια τον κοίταζαν έντρομα. Κατέβασε το ρόπαλο. Κατέβασε το βλέμμα.

-Συγνώμη. Λάθος πούλμαν, ψέλισσε παίρνοντας δύο δύο κάτω τα σκαλιά.
Μικρές δόσεις ευτυχίας και ποτέ να μην καταλήγουν κάπου;

Η Κούλα ανασηκώθηκε. Λάθος πούλμαν; Έξω στην άσφαλτο το μπουλούκι διασπάστηκε προς κάθε κατεύθυνση παριστάνοντας τώρα τον φτερωτό Ερμή. Έφευγαν από δω πόρπες και από κει περικνημίδες.

-Λάθος πούλμαν; Πού να μην σώσετε αχαΐρευτοι, λάθος πούλμαν; ξεφώνισε έξαλλη.

-Λάθος, λάθος, όχι λάθρος παιδιά! γέλασε ο οδηγός, καθώς οι γιαγιάδες ξυπνούσαν μια μια σαν από αποπληξία, κι άρχισαν να συναγωνίζονται σε κατάρες η μία την άλλη.

Ο οδηγός έσβησε τη μηχανή και κάλεσε την αστυνομία. Όνειρο δεν ήταν, μέχρι που θα το ξέχναγε κιόλας, αλλά το παρμπρίζ δεν τον άφηνε. Α! Δεν θα το έβαζε και από την τσέπη του. Όλα κι όλα.
Καλή η «τοπική κοινωνία» που αποφάσισε να διαμαρτυρηθεί βραδιάτικα για τα τόσων χρόνων δεινά, αλλά όχι στο όχημά του.
Δεν μπορεί ο καθείς, ρωμαίος ή μακεδονομάχος, δεν είχε αποφασίσει ακόμη για τις στολές, να του σπάει το πούλμαν. Δεν πήρε θέση όταν του πήραν τους μισθούς και τις συντάξεις, όταν του κλείσανε τις κλινικές στα νοσοκομεία. Κιχ δεν έβγαλε όταν χρεοκόπησαν τα εργοστάσια και τα χωράφια του. Ούτε όταν συμφωνούσαν σε πολέμους που δημιουργούσαν πρόσφυγες. Τώρα θα τα έλεγαν όλα με το ρόπαλο στην περιουσία του;
Θα πλήρωναν. Πάει κι έληξε. Έχουμε κράτος δηλαδή ή όχι;

-Φύγανε οι κακοντυμένοι Κούλα μου; ρώτησε η Μαριώ, όταν ηρέμησαν και κάθισαν όλες στις θέσεις τους. Οι μπροστινές στο 3-4 με στραπατσαρισμένα, αναμφίβολα, μούτρα.

-Φύγανε που κακό χρόνο να ‘χουνε! απάντησε ήρεμη πια η άλλη. Χαμογέλασε. Όσο σκεφτόταν τι είχε συμβεί, τόσο κρατιόταν να μην την πιάσουν υστερικά γέλια.

-Τι πρόβλημα είχαν οι μανδυοφόροι με τους πρόσφυγες; Κατάλαβες;

-Άντε ντε! Εδώ δεν εγκαταστάθηκαν οι περισσότεροι, όταν ήρθαν από την Μικρασία; Μυστήριο πράμα.

-Καλά τα λες. Χαμένα κορμιά. Θυμούνται τους αρχαίους αλλά ξεχνούν τους κοντινούς προγόνους τους. Τρίζουν τα κόκκαλα όλων. Τώρα όμως τι περιμένουμε; Πότε θα πάμε σπίτια μας; Τόση περιπέτεια δεν την αντέχω.

-Όταν μας πουν τα όργανα της τάξης μαρή. Αν και αναρωτιέμαι πού βοσκάνε. Ολόκληρη διασάλευση, για να μην πω τρομοκρατία και φθορά ξένης ιδιοκτησίας, έτσι δεν το είπε τις προάλλες εκείνη η ξινή στον Σκάι;

-Σκάει ξεσκάει, αν η ανοησία ήταν χρήμα Κούλα μου, η χώρα θα είχε πλεόνασμα. Όχι;

-Ένα είναι σίγουρο: Η γριά δεν θα βαρεθεί ποτέ σ’ αυτή τη χώρα. 365 μέρες το χρόνο καρναβάλι…