Η κυβερνητική περίοδος 2015-2019 έθεσε επί τάπητος με πραγματικούς (υλικούς) όρους το ζήτημα του Κράτους, της κρατικής διοίκησης και των μηχανισμών αναπαραγωγής τους.
Η πολιτική διεύθυνση από την Αριστερά του σύγχρονου Κράτους – του οποίου η πολιτική, οικονομική, ιδεολογική και διοικητική μορφολογία είναι συγκροτημένη ώστε να εξυπηρετεί και να προάγει πολιτικές ανάδειξης, συνειδητοποίησης και εξυπηρέτησης ισχυρών ταξικών συμφερόντων – έχει δημιουργήσει μεν ένα τεράστιο απόθεμα πολιτικής και θεωρητικής εμπειρίας, ταυτόχρονα όμως έχει φέρει στην επιφάνεια όλες τις αντιφάσεις που εμπεριέχονται σε αυτήν τη διαδικασία. Εχουν αναδυθεί πάμπολλα, όχι αφηρημένα ή ρητορικά πλέον, αλλά συγκεκριμένα ερωτήματα για τα όρια και τους τρόπους άσκησης μιας πολιτικής υπέρ των κοινωνικών δυνάμεων της εργασίας, καθώς και για το εύρος και το είδος των δημοκρατικών μεταρρυθμίσεων που προωθούν την κατάκτηση «θέσεων» μέσα στο Κράτος, όπως θα συνιστούσε ο Γκράμσι.
Με αυτές ακριβώς τις εμπειρίες, τις αντιφάσεις και τις δυνατότητες που αναδείχτηκαν τα τέσσερα τελευταία χρόνια φιλοδοξούμε να αναμετρηθούμε όσοι και όσες ιδρύουμε σήμερα το Δίκτυο για τη Δημοκρατική Μεταρρύθμιση του Κράτους – Via Publica. Για να αναστοχαστούμε δημιουργικά τι έγινε και τι δεν έγινε, τι θα μπορούσε να γίνει και, κυρίως, τι πρέπει να κάνουμε από εδώ και εμπρός.

Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.

Α. Σήμερα βρισκόμαστε ενώπιον μιας εξελισσόμενης πολιτικής ακραίου κομματισμού και φαβοριτισμού. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη ενορχηστρώνει στο πεδίο της κρατικής διοίκησης την επαναφορά των πιο αναχρονιστικών δομών πελατειακού κράτους. Ταυτόχρονα, υπηρετεί με συνέπεια τη στρατηγική στόχευση για εκτεταμένες ιδιωτικοποιήσεις κοινών (κοινωνικών) αγαθών, καθώς και δημοσίων υπηρεσιών και λειτουργιών, που υπονομεύουν τη δυνατότητα ουσιαστικής παρέμβασης του Δημόσιου Τομέα στην κοινωνία, κυρίως όμως περιορίζουν τον κοινωνικό έλεγχο αλλά και το εύρος του δημοσίου συμφέροντος, αμφισβητώντας σε τελική ανάλυση την ίδια την έννοια του «Δημοσίου».
Επιβάλλεται, επομένως, να αντιπαραθέσουμε τις δικές μας μεταρρυθμιστικές στοχεύσεις, αρχικά για ένα δημοκρατικό σύστημα Δημόσιας Διοίκησης και διαχείρισης των κοινών (κοινωνικών) αγαθών, με διαφάνεια, ακεραιότητα, διαδικασίες αξιοκρατίας και κοινωνικής αποτελεσματικότητας.
Ταυτόχρονα, επειδή οι λειτουργίες του σύγχρονου κράτους είναι αρκετά ευρύτερες ώστε να περιορίζονται στο πεδίο της “δημόσιας διοίκησης”, επιβάλλεται να υπάρξει ένας χώρος μελέτης και επεξεργασίας των ισχυρών θεσμικών αλλαγών που απαιτούνται στη δομή του κράτους και στους μηχανισμούς παραγωγής πολιτικών αποφάσεων.
Τέλος, δεδομένου ότι στο εσωτερικό του σύγχρονου κράτους σχηματίζονται κοινωνικές συμμαχίες και ταξικές διαστρωματώσεις, είναι αναγκαίο να ανοίξουμε όλα τα ζητήματα που αφορούν στο ανθρώπινο δυναμικό της Διοίκησης, με πρώτο το μισθολογικό, χωρίς τον παραμορφωτικό φακό των ενοχών που δημιουργεί η νεοφιλελεύθερη προπαγάνδα περί «υπέρογκου κόστους». Αντιθέτως, οφείλουμε να θέσουμε το ζήτημα αυτό υπό το πρίσμα μιας άλλης βάσιμης παραδοχής, ότι η μισθολογική πολιτική στον Δημόσιο Τομέα, παντού και διαχρονικά, αποτελούσε και αποτελεί οδηγό για τη βελτίωση ή μη των μισθών στον Ιδιωτικό Τομέα.
Η υποστήριξη του δημόσιου τομέα και των δημόσιων λειτουργιών δεν γίνεται στο όνομα της συντήρησης και αναπαραγωγής κατεστημένων δομών του κρατικού μηχανισμού. Γίνεται στο όνομα της υπεράσπισης του δημόσιου ως αγαθού. Η ενίσχυση του Δημόσιου Τομέα, ο δημόσιος και όχι ο ιδιωτικός έλεγχος βασικών υπηρεσιών, η βελτίωση των εργασιακών συνθηκών και ο εκσυγχρονισμός της κρατικής διοίκησης είναι απαραίτητες προϋποθέσεις για ένα δημοκρατικό κράτος στην υπηρεσία των πολιτών και του δημοσίου συμφέροντος.

Β. Η Κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ την περίοδο 2015-2019 προχώρησε σε σημαντικές τομές, με έμφαση στο πεδίο της κρατικής διοίκησης.
• Καθιέρωσε ένα ανοιχτό και δημοκρατικό σύστημα επιλογής στελεχών της διοίκησης,
• δημιούργησε ένα σύστημα αξιολόγησης δομών χωρίς τιμωρητικές απολήξεις για τους εργαζόμενους στο Δημόσιο,
• έφτιαξε σύγχρονα νομοθετικά πλαίσια για τις δημόσιες συμβάσεις και τη σύγκρουση συμφερόντων,
• δημιούργησε νομοθετικό πλαίσιο για την κινητικότητα των εργαζόμενων στη βάση των αναγκών των δημοσίων υπηρεσιών και των ατομικών επιλογών των δημοσίων υπαλλήλων, αποδομώντας ένα κρίσιμο πυρήνα πελατειακών σχέσεων που υπήρχε διαχρονικά μέσα στο Κράτος,
• προώθησε μεγάλες μεταρρυθμίσεις στην κατεύθυνση της ηλεκτρονικής διακυβέρνησης, ξεκίνησε την πλήρη ψηφιοποίηση του δημοσίου τομέα.

Πέραν όμως της κρατικής διοίκησης,
• έκανε προτεραιότητα τη στελέχωση και ανάταξη κοινωνικών δομών στην Υγεία, την Παιδεία και το Κράτος Πρόνοιας,
• διαμόρφωσε για πρώτη φορά μετά τη δεκαετία του ’80 Εθνικό Σχέδιο για την Αναπτυξιακή στρατηγική της χώρας, ακολουθώντας μάλιστα μέσω των 14 περιφερειακών συνεδρίων μια πρωτοφανή διαδικασία ανοιχτής διαβούλευσης με τις παραγωγικές δυνάμεις της ελληνικής κοινωνίας,
• δημιούργησε – έστω και ατελώς – πολιτικές για την αντιμετώπιση των διαπεριφερειακών και ενδοπεριφερειακών ανισοτήτων και περιοχών με γεωγραφικά μειονεκτήματα,
• έκανε τομές στην άσκηση της αντιεγκληματικής πολιτικής,
• άλλαξε ριζικά το τοπίο στον χώρο των πνευματικών δικαιωμάτων,
• προχώρησε σε μεγάλες προοδευτικές αλλαγές στο πεδίο των ατομικών δικαιωμάτων,
• αποκατέστησε τις εργασιακές σχέσεις αίροντας την κατάσταση ομηρίας χιλιάδων εργαζομένων,
• ανέτρεψε το τοπίο των εργολαβικών συμβάσεων εργασίας, αποδίδοντας τα εργασιακά δικαιώματα των εργαζομένων,
• ανέκοψε τις πολιτικές μείωσης των μισθών και προχώρησε σε ένα νέο ενιαίο μισθολόγιο,
• αποκατέστησε αδικίες δεκαετιών και συγκρούστηκε με βαθιές δομές διαφθοράς μέσα στο κράτος και την κρατική μηχανή.

Ωστόσο, είναι γεγονός ότι στη μεγάλη εικόνα του Κράτους και των μηχανισμών λειτουργίας του πολλά πράγματα δεν έκανε, δεν πρόλαβε να κάνει, δεν μπορούσε πιθανώς να κάνει ή/και δεν ήταν ώριμη να κάνει.
• Πολλές εφαρμογές νομοθετημάτων υπήρξαν ατελείς, άτολμες ή και καθυστερημένες.
• Ο σκληρός πυρήνας του Κράτους στο πεδίο ρύθμισης των σχέσεων με το ιδιωτικό κεφάλαιο, κυρίως το τραπεζικό, δεν θίχτηκε.
• Η θεσμική θωράκιση του νεοφιλελευθερισμού στο νομοθετικό και διοικητικό πεδίο – με τη στρατηγική του κατακερματισμού της διοικητικής ύλης σε σχεδιασμό / εφαρμογή / έλεγχο – δεν αμφισβητήθηκε παρά ελάχιστα.
• Η ενοποίηση των ελεγκτικών σωμάτων καθυστέρησε πολύ και τελικά πραγματοποιήθηκε με την Κυβέρνηση Μητσοτάκη, γεγονός που πιθανόν να αποδειχτεί αρνητικό σε σχέση με την καταπολέμηση της διαφθοράς σε κρατικές δομές που «συναντώνται» με ιδιωτικά συμφέροντα.
• Η εκχώρηση διοικητικής ύλης και συνεπώς πολιτικού ελέγχου σε οργανισμούς, Ανεξάρτητες Διοικητικές Αρχές, Νομικά Πρόσωπα Ιδιωτικού Δικαίου συνεχίστηκε και μάλιστα έθιξε και τον πυρήνα των παραδοσιακών λειτουργιών του αστικού φιλελεύθερου κράτους με την ανάθεση των Εσόδων από τη φορολογία σε ανεξάρτητη διοικητική δομή, εκτός του πολιτικού και κοινοβουλευτικού ελέγχου. Δεν έγινε παρέμβαση στη νομοθεσία ίδρυσης και λειτουργίας των Ανεξαρτήτων Διοικητικών Αρχών, με αποτέλεσμα να επιτραπεί η συνέχιση μιας πολιτικής κατακερματισμού της διοικητικής και πολιτικής ύλης, η οποία αποτελεί θεμελιακή νεοφιλελεύθερη θέση.
• Βασικές διοικητικές δομές που εφάρμοζαν το “δημοσιονομικό κόφτη” στην άσκηση κοινωνικών και οικονομικών πολιτικών ενίσχυσης των λαϊκών τάξεων παρέμειναν πολύ ισχυρές μέσα στον κρατικό και τον κυβερνητικό μηχανισμό.
• Τα οργανογράμματα των Υπουργείων και των δημοσίων οργανισμών δεν άλλαξαν ριζικά, αφήνοντας άθικτους μηχανισμούς αναπαραγωγής βαθύτατων πελατειακών δομών.
• Το Μητρώο Επιτελικών Στελεχών που ψήφισε η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ δεν εφαρμόστηκε, ενώ δεν προχώρησε πιο γρήγορα και πιο υπεύθυνα η εμβληματική μεταρρύθμιση αποκομματικοποίησης του κράτους με την επιλογή των γενικών διοικητικών γραμματέων.
• Τα πεδία της δημόσιας τάξης και ασφάλειας καθώς και της διοίκησης της δικαιοσύνης παρέμειναν απροσπέλαστα σε στρατηγικές γνήσιου εκδημοκρατισμού. Αυτός αφορά τόσο την κατάσταση των εργαζομένων σε αυτά όσο και τη σύνδεσή τους με τις ανάγκες της μεγάλης πλειοψηφίας των πολιτών σε σχέση με τα κοινωνικά αγαθά που αυτοί διασφαλίζουν. Μεταρρυθμιστικές κινήσεις πνοής, όπως οι αλλαγές στην ποινική νομοθεσία παραμένουν ημιτελείς χωρίς τον εκδημοκρατισμό των μηχανισμών από τους οποίους εξαρτάται η εφαρμογή τους.
• Στα ελλείμματα της κυβερνητικής εμπειρίας συμπεριλαμβάνεται ο μη-επαναπροσδιορισμός των σχέσεων μεταξύ των τριών επιπέδων της Δημόσιας Διοίκησης, αλλά και μεταξύ των δύο βαθμών αυτοδιοίκησης (Περιφέρειας -Δήμων) με την επανα-οριοθέτηση των αρμοδιοτήτων μεταξύ Κεντρικής Διοίκησης – Περιφερειών – Δήμων. Επίσης, η αδυναμία ουσιαστικής αναδιάταξης του χώρου άσκησης των τοπικών πολιτικών, με άλλα λόγια η αδυναμία χωρικής αναδιάταξης του “Καλλικράτη”.

Γ. Σήμερα, ωστόσο, βρισκόμαστε ενώπιον μιας καινούργιας κατάστασης.
Η κεντρική επιλογή της Κυβέρνησης Μητσοτάκη είναι το «επιτελικό κράτος». Δεν πρόκειται για μια πολιτική μεταρρύθμισης και δημοκρατικού εκσυγχρονισμού της Δημόσιας Διοίκησης και του κράτους, αλλά για μια οπισθοδρομική πολιτική διαχείρισης του εσωτερικού χώρου της Διοίκησης που επιχειρεί να αφυδατώσει ή και να εξαλείψει τα όποια δημοκρατικά στοιχεία καθιέρωσε η πολιτική ΣΥΡΙΖΑ και να οδηγήσει σε μια πολιτική ακραίας επανα-κομματικοποίησης του Κράτους.
Ταυτόχρονα, η «επιτελικότητα» είναι ο διοικητικός μηχανισμός που φιλοδοξεί να οργανώσει κεντρικά μια πολιτική εκτεταμένης ιδιωτικοποίησης κοινών (κοινωνικών) αγαθών και δημοσίων λειτουργιών και εμμέσως να οδηγήσει σε ακόμα μεγαλύτερη συρρίκνωση του Δημοσίου, των υπηρεσιών του προς τους πολίτες και των θέσεων εργασίας σε αυτό.
Δεν μπορεί όμως να αγνοηθεί το πρόσχημα με το οποίο ο Κ. Μητσοτάκης προσπάθησε να θεμελιώσει το “επιτελικό Κράτος” του, κι’ αυτό γιατί και επί των ημερών της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ ήταν μια πραγματικότητα: Η “φεουδαλοποίηση” του κρατικού διοικητικού μηχανισμού και η συνακόλουθη “μικρο-αυτονόμηση” Υπουργείων και (ενίοτε) Υπουργών στη εφαρμογή πολιτικών κατευθύνσεων. Αν κάτι θετικό έχει αναδείξει η “μητσοτακική επιτελικότητα”, είναι η ανάγκη να επαναπροσδιοριστούν οι όροι συγκρότησης και λειτουργίας ενός κυβερνητικού σχήματος που θέλει να υπηρετήσει βαθιές πολιτικές εκδημοκρατισμού.

Δ. Για τη συστηματική και παραγωγική επεξεργασία όλων των παραπάνω – κυρίως όμως για το τι μέλλει γενέσθαι –, συγκροτούμε το Δίκτυο για τη Δημοκρατική Μεταρρύθμιση του Κράτους – Via Publica, έναν χώρο διαλόγου, καταγραφής και επεξεργασίας πολιτικών, με σημείο αναφοράς την κρατική διοίκηση και τις δομές του κράτους. Φιλοδοξούμε να εξελιχθεί σε ένα χώρο ανταλλαγής απόψεων, κοινοποίησης θέσεων μέσα από συλλογή και επεξεργασία αξιόπιστων συμβολών.

Προφανώς δεν αρχίζουμε από το μηδέν. Αναγνωρίζουμε όμως ότι υπάρχει ανοικτό πεδίο προγραμματικών επεξεργασιών. Για τους λόγους αυτούς το Δίκτυο θα οργανωθεί σε Ομάδες Εργασίας, με πρωτοβουλία των ίδιων των συμμετεχόντων/ουσών. Την ολοκλήρωση των πρώτων επεξεργασιών θα ακολουθούν μικρές ανοιχτές συσκέψεις γύρω από τα συγκεκριμένα ζητήματα με στόχο την περαιτέρω βελτίωση και τον εμπλουτισμό των προτάσεων, ενώ η τελική διαμόρφωση των θέσεων του Δικτύου θα προκύπτει από ανοιχτές συναντήσεις, συσκέψεις και εκδηλώσεις.

Τι επιδιώκουμε με το Δίκτυο:
1. Να θέσουμε στη δημόσια συζήτηση όλα εκείνα τα θεωρητικά και πολιτικά ζητήματα που αφορούν στο συνολικό εκδημοκρατισμό του Κράτους, είτε στις οικονομικές και ρυθμιστικές του λειτουργίες, είτε στο πεδίο της δημόσιας διοίκησης. Να σκεφτούμε και να διατυπώσουμε προτάσεις δημοκρατικών αλλαγών σε όλη την έκταση του κράτους, στις οικονομικές του λειτουργίες, στους ιδεολογικούς και κατασταλτικούς μηχανισμούς του, στις δομές του. Να συνδέσουμε ένα προοδευτικό αναπτυξιακό σχέδιο παραγωγικής ανασυγκρότησης της χώρας με ένα κύμα ριζικού εκδημοκρατισμού του κράτους.
2. Να συνδέσουμε τους θεωρητικούς προβληματισμούς με προτάσεις εφαρμοσμένης πολιτικής για τον εκδημοκρατισμό, την ποιοτική αναβάθμιση και την εξισωτική εμβάθυνση και να δημιουργήσουμε μια ισχυρή προεργασία κοινωνικής υποστήριξης σε αυτές τις προτάσεις. Να αποκωδικοποιήσουμε τους μηχανισμούς διαμόρφωσης των κοινωνικών συμμαχιών στο εσωτερικό της κρατικής Διοίκησης, λαμβάνοντας υπόψιν τόσο τις ιδιαιτερότητες όσο και την ευρύτερη πλαισίωση της ελληνικής – τυπικής και άτυπης – διοικητικής κουλτούρας.
3. Να παρακολουθήσουμε συντεταγμένα τις κινήσεις της σημερινής Κυβέρνησης, καταγράφοντας, αποκαλύπτοντας, καταγγέλλοντας όλες τις πρακτικές διώξεων και φαβοριτισμού που αναπτύσσονται αυτήν τη στιγμή σε ακραίο βαθμό μέσα στο Δημόσιο.

Φιλοδοξία μας είναι το Δίκτυο να αποτελέσει μία δεξαμενή σκέψης, μία δομή που επιχειρεί να διευρύνει στην πράξη τις δυνατότητες συσπείρωσης προοδευτικών και δημοκρατικών πολιτών από την δημόσια διοίκηση, την ακαδημαϊκή κοινότητα ή την κοινωνία των πολιτών που αντιλαμβάνονται ότι η χάραξη πολιτικών για μια δίκαιη ανάπτυξη υπέρ της λαϊκής πλειοψηφίας περνά μέσα από βαθιές δημοκρατικές τομές στο Κράτος και τη Διοίκηση και αποτελεί ανάχωμα στη νεοφιλελεύθερη επέλαση των ιδιωτικών συμφερόντων.

  1. ΑΝΤΩΝΙΑΔΗΣ ΓΙΑΝΝΗΣ, Δικηγόρος, πρώην Πρόεδρος του ΟΠΙ (Οργανισμός Πνευματικής Ιδιοκτησίας)

  2. ΒΕΡΝΑΡΔΑΚΗΣ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ, Επ. Καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης ΑΠΘ, πρώην Υπουργός, Βουλευτής ΣΥΡΙΖΑ Α’ Αθήνας

  3. ΒΛΑΖΑΚΗ ΜΑΡΙΑ, Επίτιμη Γενική Διευθύντρια Αρχαιοτήτων και Πολιτιστικής Κληρονομιάς, πρώην Γενική Γραμματέας Υπ.Πολιτισμού

  4. ΓΑΛΑΝΗ ΑΘΗΝΑ, Πολιτικός Επιστήμονας, Εμπειρογνώμονας Εταιρικής Υπευθυνότητας και Βιώσιμης Ανάπτυξης

  5. ΓΑΛΑΝΟΠΟΥΛΟΣ ΑΝΤΩΝΗΣ, Υποψήφιος Διδάκτορας, Τμήμα Πολιτικών Επιστημών ΑΠΘ

  6. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ ΗΛΙΑΣ, Αναπλ. Καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης Πανεπ. Κρήτης, πρώην Γενικός Γραμματέας Υπ. Παιδείας

  7. ΓΙΑΝΝΑΚΗ ΝΤΟΡΑ, Πολιτικός Επιστήμονας, Εμπειρογνώμονας Πολιτικών Ασφάλειας κ, Δικαιοσύνης

  8. ΓΡΑΒΑΡΗΣ ΔΙΟΝΥΣΗΣ, Καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης (Θεωρία Κράτους και Κοινωνική Πολιτική), Πάντειο Πανεπιστήμιο

  9. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ ΜΙΜΗΣ, Οικονομολόγος πρώην Βουλευτής ΣΥΡΙΖΑ Ν.Κοζάνης

  10. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΥ ΚΑΤΕΡΙΝΑ, Οικονομολόγος, Σύμβουλος Αναπτυξιακών Πολιτικών

  11. ΔΟΥΣΗ ΜΑΓΚΥ, Κοινωνικός Επιστήμονας, Σύμβουλος Στρατηγικής και Επικοινωνίας

  12. ΖΑΧΑΡΟΠΟΥΛΟΣ ΘΑΝΑΣΗΣ, Πολιτικός Μηχανικός, Περιφερειολόγος

  13. ΖΟΡΜΠΑ ΜΥΡΣΙΝΗ, πρ. Υπουργός Πολιτισμού

  14. ΘΕΛΕΡΙΤΗ ΜΑΡΙΑ, Σύμβουλος Τοπικής Ανάπτυξης και Αυτοδιοίκησης, πρώην Βουλεύτρια ΣΥΡΙΖΑ Ν. Κορινθίας

  15. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗ ΤΑΝΙΑ, Οικονομολόγος, πρώην Οργανωτική Γραμματέας ΑΔΕΔΥ, μέλος ΔΣ Διοικητικού Επιμελητηρίου Ελλάδος (ΔΕΕ)

  16. ΚΑΡΚΟΥΛΙΑ ΖΩΗ, Πολιτισμιόλογος, Δημόσιο Υπάλληλος

  17. ΚΑΨΑΛΗΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ, Επιστήμων Πληροφορικής, Στέλεχος της ΜΟΔ Α.Ε.

  18. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ ΓΙΑΝΝΗΣ, Καθηγητής Πολυτεχνείου ΑΠΘ, πρώην Πρόεδρος και Δ/νων Σύμβουλος ΕΥΑΘ ΑΕ

  19. ΜΠΑΛΑΤΣΟΥΚΑΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ – ΓΙΩΡΓΟΣ, Φοιτητής Νομικής ΑΠΘ

  20. ΜΠΡΙΛΛΑΚΗΣ ΚΩΣΤΑΣ, Γεωπόνος, πρώην Ειδικός Σύμβουλος στο Υπ. Αγροτικής Ανάπτυξης κ,Τροφίμων (ΥΠΑΑΤ)

  21. ΝΟΥΤΣΟΠΟΥΛΟΣ ΘΩΜΑΣ, Αναπλ. Καθηγητής Πολιτικής Θεωρίας, Πανεπ. Κρήτης

  22. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ ΓΙΩΡΓΟΣ – ΑΓΓΕΛΟΣ, Φοιτητής Τμ. Πολιτικής Επιστήμης, Πανεπιστήμιο Κρήτης

  23. ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ ΓΙΩΡΓΟΣ, Αναπληρωτής Καθηγητής Εγκληματολογίας, Teesside University UK

  24. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ ΓΙΩΡΓΟΣ, Μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής ΑΔΕΔΥ

  25. ΠΙΕΡΙΔΗΣ ΚΩΣΤΗΣ, Πολιτικός Επιστήμονας, Διδάσκων στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας (ΠΑΜΑΚ)

  26. ΡΑΨΟΜΑΝΙΚΗΣ ΕΥΓΕΝΙΟΣ, Πρόεδρος Οδοντιατρικού Συλλόγου Κέρκυρας

  27. ΡΩΜΑΝΟΥ ΝΑΤΑΣΑ, Ομότιμη Καθηγήτρια Columbia, Ερευνήτρια στο Ινστιτούτο Goddard της NASA

  28. ΣΤΑΥΡΑΚΑΚΗΣ ΓΙΑΝΝΗΣ, Καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης ΑΠΘ

  29. ΣΤΕΦΟΣ ΓΙΑΝΝΗΣ, Εκπαιδευτικός, πρώην Βουλευτής ΣΥΡΙΖΑ Ν. Ιωαννίνων

  30. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ ΑΡΗΣ, Καθηγητής Πολιτικής Θεωρίας ΑΠΘ, πρώην Πρόεδρος ΚΘΒΕ

  31. ΤΑΣΣΗΣ ΧΡΥΣΑΝΘΟΣ, Λέκτορας Πολιτικής Επιστήμης, Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης

  32. ΦΛΩΡΟΣ ΧΑΡΙΛΑΟΣ, πρώην Γραμματέας Διαχείρισης Κοινοτικών κ, άλλων Πόρων

  33. ΦΩΤΑΚΗΣ ΚΩΣΤΑΣ, Ομότιμος Καθηγητής Φυσικής Πανεπιστημίου Κρήτης, Διακεκριμένο Μέλος ΙΤΕ, πρώην Αναπλ.Υπουργός Έρευνας

  34. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ, Διδακτορικός Ερευνητής, University of Leicester

  35. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ, Δικηγόρος, πρώην Υπεύθυνος Συντονιστικού Μηχανισμού Αναπηρίας