Ένα ύπουλο χτύπημα στις συλλογικές συμβάσεις εργασίας, για τις οποίες οι εργοδότες έχουν προσφύγει στον Άρειο Πάγο, έδωσε από το βήμα της Βουλής, σήμερα, ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης. Φαίνεται, μάλιστα, ότι έγινε σε συνεννόηση με τον υπουργό Εργασίας,  Γιάννη Βρούτση.

Συγκεκριμένα, κατά την διάρκεια της δευτερολογίας του, στη συζήτηση της ειδικής ημερήσιας διάταξης για τα εργασιακά, ο Κυριάκος Μητσοτάκης αξιοποίησε το κοινοβουλευτικό βήμα προκειμένου, με έμμεσο τρόπο, να στηρίξει τον ισχυρισμό εργοδοτικών οργανώσεων που έχουν προσφύγει στα δικαστήρια εναντίον συλλογικών συμβάσεων. Τα δύο βασικά επιχειρήματα αυτών των οργανώσεων είναι πως οι συμβάσεις πλήττουν την ανταγωνιστικότητα του κλάδου και, επίσης, ότι δεν καλύπτεται το 50 + 1% των επιχειρήσεων του κλάδου (σε ορισμένες, μάλιστα, περιπτώσεις αυτό διεκδικείται πλαγίως με το σκεπτικό ότι οι επιχειρήσεις δεν είναι ίδιου χαρακτήρα).

Όπως χαρακτηριστικά δήλωσε ο πρωθυπουργός σχετικά με την διαδικασία πιστοποίησης της εγκυρότητας μιας υπογεγραμμένης σύμβασης «υπάρχει μια πολύ συγκεκριμένη διαδικασία, όχι εξαιρετικά περίπλοκη. Πρέπει να τεθούν υπόψη του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας, οι επιπτώσεις από την αύξηση, από την επεκτασιμότητα των κλαδικών συμβάσεων, έτσι ώστε το Ανώτατο Συμβούλιο Εργασίας να γνωμοδοτήσει και στη συνέχεια να αποφασίσει ο Υπουργός». Αιτιολόγησε, μάλιστα, αυτή την πρακτική λέγοντας πως συμβαίνει για «να μην έχουμε το προηγούμενο κλαδικές συμβάσεις οι οποίες επεκτάθηκαν με υπουργικές αποφάσεις, χωρίς καμία αξιολόγηση στοιχείων, βρίσκονται σήμερα στο Συμβούλιο της Επικρατείας και κινδυνεύουν να κριθούν άκυρες επειδή ακριβώς δεν τηρήθηκε αυτή η διαδικασία». Ουσιαστικά δηλαδή στήριξε ένα πάγιο αίτημα των εργοδοτικών οργανώσεων.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης είχε νωρίτερα κάνει ειδική αναφορά στο νόμο λέγοντας πως «υπάρχει μία διαδικασία η οποία έχει καθοριστεί με νόμο. Είναι μία νομοθεσία η οποία πηγαίνει αρκετά χρόνια πίσω και ορίζει ότι για να επεκταθεί μία κλαδική σύμβαση και να καταλαμβάνει όλες τις επιχειρήσεις του κλάδου πρέπει καταρχάς να πιστοποιηθεί με κάποιον τρόπο ότι οι επιχειρήσεις που την έχουν υπογράψει αντιπροσωπεύουν το 50,1% των εργαζομένων». Πρόσθεσε πως «μία κλαδική σύμβαση για να μπορεί να επεκταθεί θα πρέπει να απηχεί τις απόψεις της πλειοψηφίας των επιχειρήσεων».

Η πρακτική που ακολούθησε ο Κυριάκος Μητσοτάκης προφανώς είναι συμβατή και με τις απόψεις που εξέφρασε στην πρωτολογία του. Εκεί, που, μεταξύ άλλων, θέλησε να παρουσιάσει ως …φιλική προς την εργασία την στήριξη των εργοδοτών. Όπως είπε «εμείς μειώνουμε τους φόρους, απλοποιούμε το αδειοδοτικό περιβάλλον, διευκολύνουμε τις επιχειρήσεις στο μέτωπο της ρευστότητας και οι επιχειρήσεις με τη σειρά τους έχουν υποχρέωση να επενδύουν στην Πατρίδα μας, αλλά πρωτίστως να φροντίζουν τους εργαζόμενούς τους».

Στήριξε τις εξαιρέσεις από τις συλλογικές συμβάσεις λέγοντας ότι «καλώς προβλέπεται αυτή η εξαίρεση σε περιπτώσεις που με τη σύμφωνη γνώμη εργαζομένων και εργοδοσίας μία επιχείρηση, για να αποφύγει το φάσμα της χρεοκοπίας, που θα οδηγήσει νομοτελειακά στην απόλυση όλων των εργαζομένων, μπορεί να ζητήσει και να συμφωνηθεί μία εξαίρεση από τις συλλογικές συμβάσεις». Μάλιστα, εμμέσως τάχθηκε και υπέρ της μεγαλύτερης απελευθέρωσης του καθεστώτος απολύσεων σημειώνοντας πως «οι επιχειρήσεις πρέπει να διευκολύνονται στο να προσλαμβάνουν ευκολότερα.  Όπως ευκολότερα πρέπει να ελέγχονται και οι λόγοι για τους οποίους λύνεται μια εργασιακή σχέση».

του Κώστα Λιβιτσάνου