του Ηλία Ιωακείμογλου για το Κοινωνικό Πολύκεντρο της ΑΔΕΔΥ

Στην Ελλάδα, ένα μέρος των υπηρεσιών υγείας ήταν πάντοτε συνδεδεμένο με την ιδιωτική αγορά και την εμπορευματοποίηση και ο δημόσιος τομέας δεν ήταν ποτέ αυτόνομος από την αγορά, αφού από αυτήν προμηθευόταν προϊόντα και υπηρεσίες. Ο νεοφιλελευθερισμός όμως συρρίκνωσε τον δημόσιο τομέα, διεύρυνε το πεδίο δραστηριοποίησης του ιδιωτικού τομέα υγείας και εισήγαγε ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια στην οργάνωση και τη λειτουργία του δημόσιου τομέα. Προκάλεσε έτσι έναν ιστορικό μετασχηματισμό, μια αλλαγή υποδείγματος στην παραγωγή υπηρεσιών υγείας.

Πρόκειται για μετασχηματισμό ο οποίος: (α) μετατρέπει τις υπηρεσίες υγείας, από δημόσιο αγαθό, στο οποίο έχουμε όλοι πρόσβαση εκ της ιδιότητάς μας του πολίτη, σε εμπόρευμα, στο οποίο έχουμε πρόσβαση με την ιδιότητα του καταναλωτή, (β) υποτάσσει την παραγωγή και την κατανάλωση των υπηρεσιών υγείας στις λειτουργίες της αγοράς και της αξιοποίησης κεφαλαίου, (γ) αποδιαρθρώνει το δημόσιο σύστημα υγείας (κυρίως μέσω της δημοσιονομικής πολιτικής, που συστηματικά υποχρηματοδοτεί τις δαπάνες υγείας) και διευρύνει έτσι τις δυνατότητες ανάπτυξης ενός κλάδου παραγωγής εμπορευμάτων υγείας της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής, έναν κλάδο στον οποίο επενδύονται ιδιωτικά κεφάλαια που επιδιώκουν τη μέγιστη κερδοφορία, όπως σε κάθε άλλο κλάδο παραγωγής εμπορευμάτων, και (δ) νομιμοποιεί ηθικά την αντίφαση μεταξύ των διογκούμενων αναγκών για φροντίδα υγείας (εξαιτίας της εκτεταμένης φτώχειας και της ανεργίας) και της μειωμένης οικονομικής δυνατότητας να καλύψουν τα νοικοκυριά μεσαίων και χαμηλών εισοδημάτων τις ανάγκες αυτές.

Αυτή η αλλαγή υποδείγματος της παραγωγής υπηρεσιών υγείας από δημόσιο αγαθό σε εμπόρευμα, υπονομεύει την παραδοσιακή ιατρική ηθική ως καθοδηγητική αρχή της παραγωγής υπηρεσιών υγείας και τείνει να την υποκαταστήσει με την οικονομική λογική του μέγιστου κέρδους. Πρόκειται για μετάβαση από το ανθρωποκεντρικό υπόδειγμα προσφοράς υπηρεσιών υγείας στο εμπορευματικό υπόδειγμα, για την μετατροπή του ιατρού από κοινωνικό λειτουργό σε επιχειρηματία και του ασθενούς σε πελάτη.
Ωστόσο, αυτή η διαδικασία αλλαγής υποδείγματος, που αφορά σε όλες τις χώρες της Ευρώπης, δεν έχει ολοκληρωθεί, ούτε καν στην Ελλάδα, όπου οι δημόσιες δαπάνες για την υγεία ανά κάτοικο μειώθηκαν κατά 40% μεταξύ 2008 και 2019. Ως αποτέλεσμα, οι υπηρεσίες υγείας εξακολουθούν να παράγονται σήμερα από ένα μικτό σύστημα δημόσιου και ιδιωτικού τομέα. Για αυτόν τον λόγο, η δυνατότητα ανακοπής και μεταστροφής της διαδικασίας εμπορευματοποίησης της υγείας παραμένει ακόμα ανοιχτή.

Μετά την τομή του 2020
Με την επιδημία του κορωνοϊού, εμφανίστηκαν εφέτος, για πρώτη φορά μετά το 1990, συνθήκες που αναδεικνύουν με αδιαμφισβήτητο τρόπο τις κραυγαλέες ανεπάρκειες του ιδιωτικού τομέα και την υπεροχή του δημόσιου συστήματος υγείας σε συνθήκες υγειονομικής κρίσης.
Αναπτύσσεται έτσι μία κρίση νομιμοποίησης της διαδικασίας εμπορευματοποίησης της υγείας και της συρρίκνωσης του δημόσιου τομέα προς όφελος του ιδιωτικού και διανοίγεται στο εξής ένα πεδίο κοινωνικών αντιπαραθέσεων με επίδικο αντικείμενο τον χαρακτήρα, δημόσιο ή ιδιωτικό, του συστήματος υγείας. Η δε ένταση των κοινωνικών αντιπαραθέσεων, είναι εύλογο να υποθέσουμε, θεωρώντας όλους τους άλλους παράγοντες σταθερούς, ότι θα είναι μεγαλύτερη σε εκείνες τις χώρες στις οποίες, όπως στην Ελλάδα, η εγκατάλειψη του δημόσιου τομέα υπήρξε ραγδαία και επομένως είχε έντονες αρνητικές επιπτώσεις στους πολίτες, ιδιαίτερα σε όσους δεν διαθέτουν υψηλό εισόδημα.
Για την Ελλάδα μπορούμε να επικαλεστούμε πολλά στατιστικά στοιχεία, τα οποία συνηγορούν υπέρ της άποψης ότι ζούμε στη χώρα, όπου η διαδικασία αποδιάρθρωσης του δημόσιου συστήματος υγείας πήρε κατεξοχήν ακραίες μορφές. Στα πλαίσια του παρόντος άρθρου ας περιοριστούμε μόνο σε δύο κρίσιμες διαπιστώσεις:

Πρώτον, οι δαπάνες υγείας που καταβάλλουν οι πολίτες με δικά τους έξοδα (out-of-pocket) στην Ελλάδα καλύπτουν το 35% των συνολικών δαπανών έναντι 28% το 2010, το δε σύνολο των ιδιωτικών δαπανών καλύπτουν το 40% περίπου των συνολικών δαπανών έναντι 31% το 2010 (στοιχεία ΟΟΣΑ). Μεταξύ δε των 28 χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μόνο στη Λετονία, στην Κύπρο και στη Βουλγαρία οι αντίστοιχες ιδιωτικές δαπάνες είναι υψηλότερες από ό,τι στην Ελλάδα, όπου εμφανίζεται το μεγαλύτερο ποσοστό νοικοκυριών (μεγαλύτερο του 60%), μεταξύ των 28 χωρών της ΕΕ, που δεν έχει αρκετά χρήματα να δαπανήσει για υπηρεσίες υγείας

Διάγραμμα 1. Δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν ανά χώρα και ανά κάτοικο για τη θωράκιση του συστήματος υγείας έναντι της επιδημίας του κορωνοϊού έως τις 27 Απριλίου 2020 (σε σταθερές τιμές 2017 και σε Ισοτιμίες Αγοραστικής Δύναμης, ώστε να εκφράζουν συγκρίσιμη αγοραστική δύναμη μεταξύ χωρών).

dapanes-ygeias (2)

Πηγή: Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας, https://analysis.covid19healthsystem.org/index.php/2020/05/01/how-much-additional-money-are-countries-putting-towards-health/

Δεύτερον, όπως φαίνεται στο διάγραμμα 1, σύμφωνα με τα στοιχεία που δημοσιεύει ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας, οι δαπάνες του ελληνικού δημοσίου που είχαν πραγματοποιηθεί για την ενίσχυση του δημόσιου συστήματος υγείας έναντι της επιδημίας του COVID-19 μέχρι τις 27 Απριλίου 2020, ήταν ελάχιστες και υστερούσαν δραματικά έναντι των αντίστοιχων δαπανών 23 άλλων ευρωπαϊκών χωρών2.

Αυτό δε, συμβαίνει σε μια χώρα που ήδη παρουσίαζε πριν την επιδημία μία από τις χαμηλότερες δημόσιες δαπάνες υγείας μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ3.
Η κατάταξη αυτή των χωρών, στην οποία η Ελλάδα κατέχει τη θλιβερή προτελευταία θέση, εάν δεν ανατραπεί θεαματικά στα επόμενα κύματα της επιδημίας, θα αποτελεί ισχυρή ένδειξη ότι η κυβέρνηση δεν προτίθεται να επενδύσει σημαντικούς πόρους στο δημόσιο σύστημα υγείας και στην παραγωγή υπηρεσιών υγείας ως δημόσιο αγαθό. Σε μια τέτοια περίπτωση, είναι προβλέψιμο ότι θα έρθει αντιμέτωπη με την ισχυρή θέληση της κοινωνικής πλειοψηφίας να ενισχυθεί το δημόσιο σύστημα υγείας, ώστε να μας θωρακίσει έναντι μελλοντικών κινδύνων που σχετίζονται με την νέα πραγματικότητα των επιδημιών.

1 OECD (2019), «Health for Everyone?: Social Inequalities in Health and Health Systems», OECD Health Policy Studies.
2 Οι αναλυτές του ΠΟΥ εξηγούν μεν ότι ενδέχεται μεταξύ των στοιχείων διαφορετικών χωρών να υπάρχουν ορισμένες μεθοδολογικές διαφορές, ώστε τα στοιχεία να μην είναι απολύτως συγκρίσιμα, πλην όμως, οι διαφορές μεταξύ των δαπανών της Ελλάδας και των άλλων χωρών είναι τόσο μεγάλες, ώστε όποιες διαφορές υπάρχουν λόγω διαφορετικής μεθοδολογίας μεταξύ χωρών δεν μπορούν να ανατρέψουν τις εξαιρετικά μεγάλες καταγραφόμενες διαφορές, που φαίνονται στο διάγραμμα, μεταξύ της Ελλάδας και των άλλων χωρών.