• Ένα σημαντικό όπλο των εργαζόμενων απέναντι στην εργοδοτική αυθαιρεσία αναμένεται να αφαιρεθεί χειρουργικά από την κυβέρνηση Μητσοτάκη.

Σύμφωνα με την έβδομη έκθεση της ενισχυμένης εποπτείας για την Ελλάδα (σελ. 70), η οποία εγκρίθηκε από την Κομισιόν την Τετάρτη 23/9/20, η διαδικασία των εργατικών διαφορών θα μεταφερθεί από το Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας (ΣΕΠΕ) στον Οργανισμό Μεσολάβησης και Διαιτησίας (ΟΜΕΔ).

Από μία κρατική υπηρεσία δηλαδή, η οποία έχει δομηθεί με σκοπό να προστατεύει τα εργασιακά δικαιώματα και να επιλύει ζητήματα εργοδοτικής αυθαιρεσίας (πριν φτάσουμε σε αργόσυρτες δικαστικές διαδικασίες), η διαδικασία αυτή θα περάσει σε έναν οργανισμό που διοικείται από εργοδοτικούς φορείς (ΣΕΒ, ΓΣΕΒΕΕ, ΕΣΕΕ, ΣΕΤΕ και ΣΒΕ) και εκπροσώπους της ΓΣΕΕ.

(το σχετικό απόσπασμα στα αγγλικά, στην τέταρτη σειρά, όπου προαναγγέλλεται η «αλλαγή του ρόλου του ΣΕΠΕ» και η «μεταφορά των αρμοδιοτήτων σχετικά με τον συμβιβασμό/συμφιλίωση στον ΟΜΕΔ»)

Ο συμφιλιωτικού και διαμεσολαβητικού προσανατολισμού ΟΜΕΔ δεν έχει (και δεν μπορεί να αποκτήσει) τον κρίσιμο ελεγκτικό χαρακτήρα του ΣΕΠΕ, το οποίο υπό την απειλή κυρώσεων, κατά τη διάρκεια της εργατικής διαφοράς, ανάγκαζε τους εργοδότες να συμμορφώνονται με τη νομοθεσία.

Η διαδικασία της εργατικής διαφοράς αποτελεί ένα πρώτο εργαλείο των εργαζόμενων το οποίο, χωρίς κόστος, μπορεί να τους διευκολύνει απέναντι σε συχνά και καθημερινά φαινόμενα εργοδοτικής παραβατικότητας (παράνομη απόλυση, μη καταβολή μισθού ή ενσήμων, δυσμενή μετάθεση, κακομεταχείριση, απλήρωτες υπερωρίες ή νυχτερινά, μη καταβολή δώρων ή επιδομάτων, βλαπτικές μεταβολές στη σχεση εργασίας, προστασία συνδικαλιστών και εγκύων κ.α.), χωρίς να χρειαστεί δικαστική διαμάχη.

Ο επιθεωρητής του ΣΕΠΕ καλεί εργαζόμενο και εργοδότη και πιέζει για την εξεύρεση άμεσης λύσης για το εκάστοτε ζήτημα, ελέγχοντας παράλληλα τον εργοδότη σχετικά με όσα καταγγέλλει ο εργαζόμενος.

Παρά τα όσα προβλήματα μπορεί να υπήρχαν (επιθεωρητές που χαρακτηρίζονται ως “εργοδοτικοί”, μεγάλη καθυστέρηση κάποιες φορές μέχρι να οριστεί ημερομηνία για τη διαδικασία, λόγω και της υποστελέχωσης του ΣΕΠΕ), στις εργατικές διαφορές μπορούσαν πολλές φορές οι εργαζόμενοι να βρουν το δίκιο τους γρήγορα και δωρεάν, ειδικά όταν είχαν τη στήριξη σωματείων που θα κατέφευγαν αμέσως στην τοπική Επιθεώρηση Εργασίας.

Μάλιστα, στη διαδικασία αυτή μπορεί να προσφύγει ατομικά ένας εργαζόμενος, χωρίς απαραίτητα να ανήκει σε, ή να στηρίζεται από, ένα σωματείο -ενώ, για παράδειγμα, στις λεγόμενες τριμερείς συμφιλιωτικές συναντήσεις του υπουργείου Εργασίας πρέπει γίνονται δεκτά μόνο σωματεία και οργανωμένες συνδικαλιστικές δυνάμεις και όχι μεμονωμένοι εργαζόμενοι.

Στον ΟΜΕΔ θα πρέπει να προσφεύγει οργανωμένα και με την απαραίτητη νομική στήριξη. Επί της ουσίας, η κυβέρνηση θα ακυρώσει στην πράξη τη διαδικασία της εργατικής διαφοράς.

Όπως το ίδιο το ΣΕΠΕ αναφέρει στην Έκθεση Πεπραγμένων του 2017 (δεν καταφέραμε να βρούμε τις επόμενες χρονιές λόγω τεχνικού προβλήματος στην ιστοσελίδα του ΣΕΠΕ),  “το γεγονός της επίλυσης των εργατικών διαφορών στην Επιθεώρηση Εργασίας είναι πολύ σημαντικό για τους προσφεύγοντες εργαζόμενους, γιατί αποφεύγεται έτσι τυχόν χρονοβόρα και δαπανηρή δικαστική διαμάχη με άγνωστα και αμφίβολα για τους εργαζόμενους αποτελέσματα”.

Είναι χαρακτηριστικό ότι μόνο για εκείνη τη χρονιά το ποσό που καταβλήθηκε από τους εργοδότες στους προσφεύγοντες εργαζόμενους, για όσες διαφορές επιλύθηκαν, ανήλθε στα 11.099.575 ευρώ.

Πρόφαση για την αφαίρεση αυτής της κρίσιμης για τους εργαζόμενος διαδικασίας από το ΣΕΠΕ είναι η σχετική προτροπή του Διεθνούς Οργανισμού Εργασίας (ILO), τις θέσεις του οποίου επικαλέστηκε γενικόλογα ο πρωθυπουργός μιλώντας πρόσφατα από το βήμα της ΔΕΘ.

Η ρύθμιση αυτή θα περιλαμβάνεται, μαζί με αρκετές ακόμα διατάξεις, στο νομοσχέδιο που αναμένεται να κατατεθεί στον Οκτώβριο και το οποίο θα έχει ως βασικό άξονα την περαιτέρω απορρύθμιση της αγοράς εργασίας και την παγίωση της απλήρωτης εργασίας -αφού οι παραπάνω ώρες εργασίας θα πληρώνονται πλέον όχι σε χρήμα αλλά σε έξτρα μέρες άδειας ή ρεπό!

Ένας χρόνος συνειδητής και μεθοδευμένης απαξίωσης

Με την προαναφερθείσα παρέμβαση για τις εργατικές διαφορές, γίνεται ένα επιπλέον βήμα ώστε το ΣΕΠΕ να καταστεί ένας αποκλειστικά διεκπεραιωτικός μηχανισμός, χωρίς να έχει πια σχέση με τον μηχανισμό που παρεμβαίνει ουσιαστικά για τον περιορισμό της εργοδοτικής ασυδοσίας.

Ήδη, στα πρώτα βήματα της κυβέρνησης Μητσοτάκη συμπεριλαμβανόταν η υποβάθμιση του ΣΕΠΕ που έχασε την αυτονομία του ενώ η  συστηματική απαξίωση του έχει καταγγελθεί και από τα σωματεία των εργαζόμενων στο Σώμα. Μην ξεχνάμε επίσης ότι, ακόμα και το ύψος των κυρώσεων που προβλέπει το νέο πλαίσιο προστίμων, καθιστά πιο συμφέρουσα για τους εργοδότες την… παραβατικότητα παρά την τήρηση της (εναπομείνασας) εργατικής νομοθεσίας.

Επίσης, η κυβέρνηση προχώρησε σε σύσταση μιας παράλληλης δομής, στο πλαίσιο της λειτουργίας της νεοσύστατης Ενιαίας Αρχής Διαφάνειας (ΕΑΔ), με αρμοδιότητες αντίστοιχες με αυτές της Επιθεώρησης Εργασιακών Σχέσεων, όπως αποδεικνύεται και από την υπ’ Αριθ. οικ. 11699 απόφαση (1991/Β/2020, ΦΕΚ).

Μία δηλαδή ακόμα απόδειξη ότι θέλει να μετατρέψει σταδιακά το ΣΕΠΕ σε έναν απονευρωμένο φορέα. Και μάλλον είναι πολύ κοντά στο να το πετύχει, λύνοντας εντελώς τα χέρια των εργοδοτών.

Αναλογιστείτε μόνο τι θα γίνει στην αγορά εργασίας η οποία με γοργά βήματα γίνεται ξανά ζούγκλα, με πρόσχημα και την κρίση που προκάλεσε ο κορωνοϊός, αν εκλείψει εντελώς το ελεγκτικό έργο του ΣΕΠΕ.

Το οποίο, θυμίζουμε, έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην αντιμετώπιση της αδήλωτης και υποδηλωμένης εργασίας, ειδικά στα χρόνια της διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ, όταν έγινε μεγάλη προσπάθεια εντατικοποίησης των ελέγχων.

Την ίδια περίοδο, εκδόθηκαν σε διαδικασίες εργατικών διαφορών πολύ σημαντικά πορίσματα υπέρ εργαζόμενων (σε μεγάλες επιχειρήσεις), πολλά εκ των οποίων υιοθετήθηκαν στη συνέχεια από τα δικαστήρια,

Το τελειωτικό βήμα υποβάθμισης του ΣΕΠΕ μάλλον θα περάσει στα “ψιλά”, δεδομένου ότι η κριτική κομμάτων και συνδικάτων στο επικείμενο νομοσχέδιο αναμένεται να επικεντρωθεί σε πρωτοφανείς αντεργατικές διατάξεις (όπως αυτή για τις απλήρωτες υπερωρίες) ή ρυθμίσεις που θα περιορίζουν τη δυνατότητα προκήρυξης απεργίας.

Πρόκειται για τα τύμπανα πολέμου, τα οποία προανήγγειλε ο ίδιος ο Κυριάκος Μητσοτάκης από τη Θεσσαλονίκη…

*****

Το σχετικό απόσπασμα από την 7η έκθεση ενισχυμένης εποπτείας της Ελλάδας:

In the context of the process of labour law codification, some aspects of the existing labour legislation are being reviewed and modernised. These include the establishment of a new framework regulating new forms of work (such as platform work, sharing economy), and changes to the role of the Labour Inspections Directorate (SEPE), transferring its conciliation competencies to the Mediation and Arbitration 

Board (OMED), thereby disentangling its inspection and conciliation roles in line with the recommendations of the International Labour Office. Labour legislation is expected to be submitted to Parliament in October 2020 followed by its codification in November 2020.

ΠΗΓΗ: Left.gr – Τάσος Γιαννόπουλος