Ξέρετε ότι; Ο θεσμός του υπηρεσιακού συμβουλίου κατοχυρώθηκε για πρώτη φορά σε συνταγματικό επίπεδο το 1911, οπότε καθιερώθηκε και η μονιμότητα της απασχόλησης των δημόσιων υπαλλήλων τόσο ως δικαίωμά των ίδιων αλλά  και σαν εγγύηση για την καλή εκτέλεση των αρμοδιοτήτων τους;

 Η μονιμότητα της δημόσιας απασχόλησης θεσμοθετείται όχι μόνο από την κοινή νομοθεσία, ήτοι τον εκάστοτε υπαλληλικό κώδικα, αλλά και από το  ίδιο το Σύνταγμα, Συγκεκριμένα, οι τακτικοί δημόσιοι υπάλληλοι, οι οποίοι κατέχουν οργανικές θέσεις, είναι μόνιμοι, «εφόσον αυτές οι θέσεις υπάρχουν» (άρθρο 103 παράγραφος 4 εδάφιο α του ισχύοντος Συντάγματος). Επομένως, αυτοί μπορεί να απολυθούν μόνο με την κατάργηση των εν λόγω θέσεων. Στο Σύνταγμα (άρθρο 103 παράγραφος 4) αναγράφεται επίσης ότι οι υπάλληλοι «εξελίσσονται μισθολογικά σύμφωνα με τους όρους του νόμου και, εκτός από τις περιπτώσεις που αποχωρούν λόγω ορίου ηλικίας ή παύονται με δικαστική απόφαση, δεν μπορούν να μετατεθούν χωρίς γνωμοδότηση ούτε να υποβιβαστούν ή να παυθούν χωρίς απόφαση υπηρεσιακού συμβουλίου, που αποτελείται τουλάχιστον κατά τα δύο τρίτα από δημοσίους υπαλλήλους».

Το υπηρεσιακό συμβούλιο αποτελεί όργανο περιβαλλόμενο με την αρμοδιότητα περί της απόλυσης των δημόσιων υπαλλήλων, αλλά και περί των υπηρεσιακών τους μεταβολών, όχι μόνο όσον αφορά σε τυχόν υποβιβασμό τους, αλλά και ως προς την επιλογή προϊσταμένων οργανικών μονάδων στις δημόσιες υπηρεσίες. Με την αναγνώριση του θεσμού του Υπηρεσιακού Συμβουλίου, που συνιστά είδος «ανεξάρτητης αρχής» ietramuros της Διοίκησης ο συντακτικός νομοθέτης στόχευε στην αντιμετώπιση του φαινομένου των πελατειακών σχέσεων κατά τη συγκρότηση του δημοσιοϋπαλληλικού σώματος. Για τον λόγο αυτόν, αφενός, αναγνωρίστηκε έκτοτε το δικαίωμα των υπαλλήλων να σταδιοδρομούν στη δημόσια διοίκηση δίχως τον φόβο της απομάκρυνσής τους σε περίπτωση μεταβολής στο κυβερνητικό σκηνικό ή ακόμη και αλλαγής στην ηγεσία των υπουργείων· αφετέρου, θεσπίστηκε η πρόσθετη εγγύηση να αποτελούνται τα δύο τρίτα των μελών του υπηρεσιακού συμβουλίου από δημόσιους υπαλλήλους και όχι από πολιτικά πρόσωπα. Η διασφάλιση της προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας των μελών των υπηρεσιακών συμβουλίων αποτελεί όρο εκ των ων ουκ άνευ για την πραγμάτωση του σκοπού του ως άνω θεσμού. Όλα τα μέλη τους, που ορίζονται επί θητεία, οφείλουν να δρουν αμερόληπτα, ενώ δεν υπόκεινται σε ιεραρχικό έλεγχο από τους επικεφαλής των υπηρεσιών. Σε ό,τι αφορά στη σύνθεση των υπηρεσιακών συμβουλίων, αυτή έλαβε ποικίλες μορφές στην πάροδο των χρόνων, προκειμένου να αποφεύγονται οι κομματικές πιέσεις και επηρεασμοί. Έτσι, πέραν των δημόσιων υπαλλήλων, που εκλέγονται μεταξύ των συναδέλφων τους, προβλέφθηκε ανά διαστήματα να μετέχουν ως μέλη σε αυτά, μεταξύ άλλων, δικαστικοί λειτουργοί, μέλη του Ελεγκτικού Συνεδρίου, του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (ΝΣΚ) και του Ανωτάτου Συμβουλίου Δημοσίων Υπηρεσιών (ΑΣΔΥ), καθώς επίσης καθηγητές πανεπιστημίου. Το γεγονός ότι ο καθορισμός των μελών ορίστηκε να γίνεται από τον υπουργό δημιούργησε εξαρχής ζήτημα κατά πόσον εκείνα ελέγχονται από αυτόν, άρα υπάγονται σε λογική κομματισμού .

(Μαρία-Ηλιάνα Πραβίτα- ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ, 2018τ. 44, Νο. 1, 49-75)